Выбрать главу

Ο Ραντ άκουγε, με ενδιαφέρον κάθε άλλο παρά προσποιητό. Όταν ο Πάνταν Φάιν είχε φέρει στο Πεδίο του Έμοντ το νέο για τον ψεύτικο Δράκοντα, για έναν άνδρα που μπορούσε πραγματικά να χειριστεί τη Δύναμη, ήταν η μεγαλύτερη είδηση που είχε φτάσει τα τελευταία χρόνια «πους Δύο Ποταμούς. Αυτά που είχαν συμβεί είχαν κάνει τον Ραντ να το ξεχάσει, αλλά οι άνθρωποι εκεί θα το συζητούσαν για χρόνια και θα το μετέφεραν στα εγγόνια τους. Ο Μπάρτιμ μάλλον θα έλεγε στα δικά του ότι είχε δει τον Λογκαίν, είτε τον έβλεπε είτε όχι. Κανένας δεν θα σκεφτόταν ποτέ ότι αυτά που είχαν συμβεί σε κάποιους χωρικούς από τους Δύο Ποταμούς άξιζαν να συζητηθούν, εκτός αν ήταν κι ο ίδιος από τους Δύο Ποταμούς.

“Απ’ αυτό θα μπορούσε να πλάσει ιστορία κανείς”, είπε ο Θομ, “μια ιστορία που θα τη λένε μετά από χίλια χρόνια. Μακάρι να ήμουν εκεί”. Αυτό έμοιαζε να είναι η καθαρή αλήθεια και ο Ραντ το πίστεψε. “Ίσως προσπαθήσω να τον δω ούτως ή άλλως. Δεν είπες ποιο δρόμο παίρνουν. Ίσως υπάρχουν κι άλλοι ταξιδιώτες εδώ γύρω; Μπορεί να έχουν μάθει τη διαδρομή”.

Ο Μπάρτιμ κούνησε αδιάφορα το χέρι του με τα παχουλά δάχτυλα. “Βόρεια, μόνο αυτό ξέρουμε εδώ πέρα. Αν θες να τον δεις, πήγαινε στο Κάεμλυν. Μόνο αυτό ξέρω κι αν ξέρει κάποιος κάτι στην Ασπρογέφυρα το μαθαίνω”.

“Δεν αμφιβάλλω”, είπε γλυκά ο Θομ. “Φαντάζομαι ότι πολλοί ξένοι που περνούν σταματούν εδώ. Η πινακίδα σου μου τράβηξε το βλέμμα από τη ρίζα της Ασπρης Γέφυρας”.

“Κι όχι μόνο από τα δυτικά, αυτό λέω. Πριν δυο μέρες, ήταν ένας τύπος εδώ, ένας Ιλιανός, με μια διακήρυξη όλο σφραγίδες και κορδέλες. Τη διάβασε εδώ, μπροστά στην πλατεία. Έλεγε ότι θα την πήγαινε ως τα Όρη της Ομίχλης, μπορεί ακόμα και ως τον Ωκεανό Άρυθ, αν τα περάσματα ήταν ανοιχτά. Είπε ότι είχαν στείλει ανθρώπους να τη διαβάσουν σ’ όλες τις χώρες του κόσμου”. Ο πανδοχέας κούνησε το κεφάλι. “Τα Όρη τη Ομίχλης. Άκουσα ότι η ομίχλη τα κουκουλώνει όλο το χρόνο και είναι πράγματα μέσα στην ομίχλη, που θα σου ξεκολλήσουν το κρέας. από τα κόκαλα πριν προλάβεις να το σκάσεις”. Ο Ματ κρυφογέλασε κι ο Μπάρτιμ τον κοίταξε αυστηρά.

Ο Θομ έσκυψε μπροστά με προσμονή. “Τι έλεγε η διακήρυξη;”

“Μα, για το κυνήγι του Κέρατος, φυσικά”, αναφώνησε ο Μιιάρτιμ. “Δεν το είπα; Οι Ιλιανοί καλούν όσους είναι πρόθυμοι να αφιερώσουν τη ζωή τους στο κυνήγι, να μαζευτούν στο Ίλιαν. Το φαντάζεσαι; Να αφιερώσεις τη ζωή σου σε ένα θρύλο; Θα βρουν μερικούς χαζούς, αυτό φαντάζομαι. Ο κόσμος έχει μπόλικους χαζούς. Αυτός ο τύπος ισχυριζόταν ότι έρχεται το τέλος του κόσμου. Η τελευταία μάχη με τον Σκοτεινό”. Χασκογέλασε, αλλά το γέλιο του είχε κάτι κούφιο, σαν άνθρωπος που γελά για να πείσει τον εαυτό του ότι πραγματικά υπάρχει κάτι αστείο. “Μάλλον νομίζουν ότι, για να γίνει αυτό, πρέπει να βρεθεί πρώτα το Κέρας του Βαλίρ. Εσύ τι λες γι’ αυτό;” Μάσησε στοχαστικά το δάχτυλό του για λίγο. “Βέβαια, μετά από αυτό το χειμώνα, δεν ξέρω αν έχουν άδικο. Ο χειμώνας, ο τύπος αυτός ο Λογκαίν και οι άλλοι δύο πριν απ’ αυτόν. Γιατί βγαίνουν όλοι αυτοί τα τελευταία χρόνια και λένε ότι είναι ο Δράκοντας; Και ο χειμώνας. Κάτι θα σημαίνει. Τι λες;”

Ο Θομ δεν φάνηκε να τον ακούει. Με απαλή φωνή, ο Βάρδος άρχισε να απαγγέλλει μονολογώντας.

“Στην τελευταία απεγνωσμένη μάχη για να μην έρθει η μεγάλη νύχτα, τα όρη στέκουν φύλακες και οι νεκροί θα φρουρούν, γιατί ο τάφος δεν είναι εμπόδιο στο κάλεσμά μου”.

“Αυτό είναι”. Ο Μπάρτιμ χαμογέλασε, σαν να έβλεπε ήδη πλήθη να του δίνουν λεφτά, ακούγοντας τον Θομ. “Αυτό είναι. Το Μεγάλο Κυνήγι τον Κέρατος. Πες το και θα μαζευτεί πήχτρα ο κόσμος. Όλοι έχουν τα έχουν μάθει για τη διακήρυξη”.

Ο Θομ ακόμα έμοιαζε να είναι σε δικό του κόσμο κι έτσι ο Ραντ είπε, “Ψάχνουμε για κάποιους φίλους, που θα έρχονταν από δω. Από τα δυτικά. Πέρασαν πολλοί ξένοι την περασμένη ή την προπερασμένη βδομάδα;”

“Μερικοί”, είπε ο Μπάρτιμ αργά. “Πάντα κάποιοι έρχονται κι από τα ανατολικά κι από τα δυτικά”. Τους κοίταξε, επιφυλακτικός πια. “Πώς είναι αυτοί οι φίλοι σας;”

Ο Ραντ άνοιξε το στόμα του, αλλά ο Θομ, που ξαφνικά είχε επιστρέψει από κει που είχε χαθεί, τον έκοψε με μια έντονη ματιά. Ο Βάρδος αναστέναξε αγανακτισμένα και στράφηκε στον πανδοχέα.

“Δύο άνδρες και τρεις γυναίκες”, είπε απρόθυμα. “Μπορεί να είναι μαζί, μπορεί και όχι”· Έδωσε μια πρόχειρη περιγραφή τους, σκιτσάροντας τον καθένα με λίγες λέξεις, που αρκούσαν για να τους αναγνωρίσει κανείς, χωρίς να προδίδουν τι ήταν αυτοί οι πέντε.

Ο Μπάρτιμ έτριψε το κεφάλι του, ανακατεύοντας τα αραιά μαλλιά του και σηκώθηκε αργά. “Ξέχνα που είπα να παίξεις εδώ, Βάρδε. Και μάλιστα θα μου έκανες χάρη αν έπινες το κρασί σου κι έφευγες. Κι αν έχεις λίγο μυαλό, θα φύγεις από την Ασπρογέφυρα”.