Выбрать главу

“Ρωτούσε κι άλλος γι’ αυτούς;” Ο Θομ ήπιε μια γουλιά, λες και η απάντηση ήταν το πιο ασήμαντο πράγμα στον κόσμο και κοίταξε τον πανδοχέα, υψώνοντας το φρύδι. “Ποιος ήταν;”

Ο Μπάρτιμ ξανάτριψε τα μαλλιά του και κούνησε αβέβαια τα πόδια, έτοιμος να φύγει, έπειτα ένευσε. “Πριν μια βδομάδα, κάπου εκεί γύρω, απ’ όσο νομίζω, ένας ποντικομούρης τύπος ήρθε από τη γέφυρα. Όλοι είπαν ότι ήταν σαλεμένος. Μιλούσε μονάχος του, δεν σταματούσε να σαλεύει, ακόμα και όταν στεκόταν ακίνητος. Ρωτούσε για τους ίδιους ανθρώπους... μερικούς απ’ αυτούς. Ρωτούσε σαν να είχε σημασία, έπειτα έκανε σαν να μην τον ένοιαζε η απάντηση. Τις μισές φορές έλεγε ότι έπρεπε να τους περιμένει εδώ, τις άλλες μισές ότι έπρεπε να φύγει, ότι βιαζόταν. Τη μια στιγμή κλαψούριζε και ικέτευε, την άλλη πρόσταζε σαν βασιλιάς. Κανά-δυο φορές έμπλεξε και θα τον ξυλοφόρτωναν κι ας ήταν τρελός. Η Σκοπιά, παραλίγο, θα τον έπαιρνε συνοδεία για τη δική του ασφάλεια. Έφυγε για το Κάεμλυν την ίδια μέρα, μιλώντας στον εαυτό του και κλαίγοντας. Είπα, σαλεμένος”.

Ο Ραντ έριξε μια ερωτηματική ματιά στον Θομ και τον Ματ και εκείνοι κούνησαν το κεφάλι. Αν αυτός ο ποντικομούρης τους έψαχνε, δεν μπορούσαν να τον αναγνωρίσουν.

“Είσαι σίγουρος ότι ήθελε τους ίδιους ανθρώπους;” ρώτησε ο Ραντ.

“Μερικούς απ’ αυτούς. Τον πολεμιστή και τη γυναίκα με τα μεταξωτά. Αλλά δεν τον ένοιαζε γι’ αυτούς. Ήθελε τρία χωριατόπαιδα”. Το βλέμμα του έπεσε στον Ραντ και τον Ματ και στράφηκε αλλού, τόσο γρήγορα που ο Ραντ δεν ήταν σίγουρος αν το είχε δει, ή αν το είχε φανταστεί. “Τους έψαχνε μ’ απελπισία. Αλλά ήταν τρελός, όπως είπα”.

Ο Ραντ ανατρίχιασε και αναρωτήθηκε ποιος να ήταν ο τρελός και γιατί τους έψαχνε. Σκοτεινόφιλος; Ο Μπα’άλζαμον θα έστελνε τρελό;

“Ήταν τρελός, όμως ο άλλος...” Ο Μπάρτιμ κοίταξε πέρα ταραγμένος και η γλώσσα του έτρεξε στα χείλη του, σαν να μην έβρισκε αρκετό σάλιο για να τα υγράνει. “Την άλλη μέρα... την άλλη μέρα ήρθε ο άλλος για πρώτη φορά”. Έμεινε σιωπηλός.

“Ο άλλος;” τον παρακίνησε τελικά ο Θομ.

Ο Μπάρτιμ κοίταξε ολόγυρά του, αν και αυτή η πλευρά της χωρισμένης αίθουσας ήταν ακόμα άδεια, μ’ εξαίρεση την παρέα τους. Σηκώθηκε μάλιστα στις μύτες των ποδιών του και κοίταξε πάνω από το χαμηλό τοίχο. Όταν, τελικά, άνοιξε το στόμα του, άρχισε να μιλά χαμηλόφωνα και βιαστικά.

“Είναι όλος στα μαύρα. Τραβά την κουκούλα του μανδύα του για να μη βλέπεις το πρόσωπό του, αλλά τον νιώθεις να σε κοιτάζει, τον νιώθεις, σαν να σου καρφώνουν κομμάτι πάγου στη ραχοκοκαλιά σου. Μου... μου μίλησε”. Το πρόσωπό του συσπάστηκε και μάσησε για λίγο το χείλος του, πριν συνεχίσει. “Ακουγόταν σαν φίδι, που σέρνεται σε πεσμένα φύλλα. Μου πάγωσε το στομάχι. Κάθε φορά που ξαναγυρνά, κάνει τις ίδιες ερωτήσεις. Τις ίδιες ερωτήσεις που έκανε ο τρελός. Κανένας δεν τον βλέπει να έρχεται — ξαφνικά φανερώνεται εκεί, μέρα ή νύχτα, και σε παγώνει όπως στέκεσαι. Οι άνθρωποι άρχισαν να κοιτούν πάνω από τον ώμο τους. Το χειρότερο είναι ότι οι φύλακες της πύλης λένε ότι δεν πέρασε ποτέ από τις πύλες, είτε έρχοντας, είτε φεύγοντας”.

Ο Ραντ προσπάθησε να κρατήσει το πρόσωπό του ανέκφραστο· έσφιγγε το σαγόνι του, τόσο που τον πονούσαν τα δόντια. Ο Ματ κατσούφιαζε και ο Θομ περιεργαζόταν το κρασί του. Ανάμεσά τους κρεμόταν η λέξη που κανείς τους δεν ήθελε να πει. Μυρντράαλ.

“Νομίζω πως θα το θυμόμουν, αν ποτέ συναντούσα τέτοιον”, είπε ο Θομ μετά από ένα λεπτό.

Ο Μπάρτιμ ανεβοκατέβαζε το κεφάλι με ορμή. “Κάψε με, αν θα το θυμόσουν, λέει. Μα την αλήθεια του Φωτός, θα το θυμόσουν. Θέλει... θέλει τους ίδιους με τον τρελό, μόνο που λέει ότι υπάρχει κι ένα κορίτσι ανάμεσά τους. Και” —έριξε μια λοξή ματιά στον Θομ― “και ένας ασπρομάλλης Βάρδος”.

Τα φρύδια του Θομ πετάχτηκαν ψηλά, με ανυπόκριτη έκπληξη, ο Ραντ ήταν βέβαιος γι’ αυτό. “Ασπρομάλλη Βάρδο; Ε, δεν είμαι ο μοναδικός Βάρδος στον κόσμο που τον έχουν πάρει τα χρόνια. Σε διαβεβαιώ, δεν ξέρω αυτόν τον τύπο και δεν μπορεί να έχει λόγους για να ψάχνει εμένα”.

“Μπορεί να είναι κι έτσι”, είπε ο Μπάρτιμ σκυθρωπά. “Δεν το είπε νέτα-σκέτα, αλλά είχα την εντύπωση ότι θα θύμωνε, αν κάποιος προσπαθούσε να βοηθήσει αυτούς τους ανθρώπους, ή να τους κρύψει. Τέλος πάντων, θα σου πω τι του είπα. Δεν είδα κανέναν, ούτε άκουσα να λένε γι’ αυτούς κι αυτή είναι η αλήθεια. Για κανέναν τους”, είπε με νόημα. Ξαφνικά βρόντηξε στο τραπέζι τα λεφτά του Θομ. “Μόνο πιείτε το κρασί σας και φύγετε. Εντάξει; Εντάξει;” Και απομακρύνθηκε με βαριά βήματα, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, κοιτάζοντας πάνω από τον ώμο του.

“Ξέθωρος”, είπε ξέπνοα ο Ματ, όταν ο πανδοχέας είχε φύγει. “Έπρεπε να καταλάβω ότι θα μας έψαχναν εδώ”.