Выбрать главу

Ο Λουζ Θέριν Τέλαμον περιπλανιόταν στο παλάτι, κρατώντας επιδέξια την ισορροπία του, όταν η γη τρανταζόταν. “Ιλυένα! Αγάπη μου, πού είσαι;” Η άκρη του ανοιχτόγκριζου μανδύα του σύρθηκε στο αίμα, καθώς δρασκέλιζε το πτώμα μιας χρυσομαλλούσας γυναίκας, που η ομορφιά της είχε τα σημάδια της φρίκης των τελευταίων στιγμών της και τα ανοιχτά μάτια της είχαν παγώσει από την έκπληξη. “Πού είσαι, γυναίκα μου; Πού κρύβονται όλοι;”

Το βλέμμα του έπιασε το είδωλό του σ’ έναν καθρέφτη, που κρεμόταν στραβός στα μάρμαρα που είχαν βράσει από τη ζέστη. Τα ενδύματα του κάποτε ήταν βασιλικά, με γκρίζα και πορφυρά και χρυσά χρώματα· τώρα, το καλοφτιαγμένο ύφασμα, που το είχαν φέρει έμποροι από τη Θάλασσα του Κόσμου, ήταν σχισμένο και βρώμικο, γεμάτο σκόνη, όπως τα μαλλιά και η επιδερμίδα του. Για μια στιγμή το δάχτυλό του άγγιξε το σύμβολο στο μανδύα του, έναν κύκλο, μισό λευκό και μισό μαύρο, που τα χρώματα τα χώριζε μια φιδίσια γραμμή. Κάτι σήμαινε αυτό το σύμβολο. Μα ο κεντημένος κύκλος δεν μπόρεσε να κρατήσει για πολύ την προσοχή του. Κοίταξε την εικόνα του με την ίδια απορία. Ένας ψηλός, μεσήλικας άνδρας, που κάποτε ήταν όμορφος, αλλά τώρα τα μαλλιά του ήταν περισσότερο λευκά παρά καστανά, το πρόσωπο γεμάτο ρυτίδες κούρασης και ανησυχίας, με σκούρα μάτια, που είχαν δα πολλά. Ο Λουζ Θέριν χαχάνισε κι έπειτα έγειρε πίσω το κεφάλι· το γέλιο του αντιλάλησε στους διαδρόμους, που δεν είχαν κανένα σημάδι ζωής.

“Ιλυένα, αγάπη μου! ’Ελα εδώ, γυναίκα μου. Αυτό πρέπει να το δεις”.

Πίσω του ο αέρας κυμάτισε, ρίγησε, στερεοποιήθηκε, σχηματίζοντας έναν άνδρα που κοίταξε γύρω του, ενώ το στόμα του στράβωνε για μια στιγμή από αηδία. Ήταν λιγότερο ψηλός από τον Λουζ Θέριν τα ρούχα του ήταν μαύρα, με εξαίρεση τη χιονάτη δαντέλα στο λαιμό του και τα ασημένια στολίδια στις μπότες του, που έφταναν ως τη μέση των μηρών του και δίπλωναν προς τα κάτω. Προχώρησε με προσεκτικά βήματα, σηκώνοντας σχολαστικά το μανδύα του για να μην αγγίξει τους νεκρούς. Το πάτωμα τρανταζόταν από τους μετασεισμούς, αλλά η προσοχή του ήταν όλη στον άνδρα που κοίταζε τον καθρέφτη και γελούσε.

“Άρχοντα του Πρωινού”, είπε, “ήρθα για σένα”.

Το γέλιο κόπηκε, σαν να μην είχε ακουστεί ποτέ και ο Λουζ Θέριν γύρισε, χωρίς να δείχνει έκπληκτος. “Α, ένας καλεσμένος.

Έχεις τη Φωνή, ξένε; Σε λίγο θα είναι η ώρα για το Τραγούδι, και όλοι είναι ευπρόσδεκτοι για να πάρουν μέρος. Ιλυένα, αγάπη μου, έχουμε καλεσμένο. Ιλυένα, πού είσαι;”

Τα μάτια του μαυροντυμένου άνδρα γούρλωσαν, κοίταξαν το πτώμα της χρυσομαλλούσας γυναίκας, έπειτα ξαναστράφηκαν στον Λουζ Θέριν. “Που να σε πάρει ο Σαϊ’τάν, σε κυρίεψε κιόλας το μίασμα;”

“Αυτό το όνομα. Σαϊ...” Ο Λουζ Θέριν ανατρίχιασε και σήκωσε το χέρι του, σαν να ήθελε να φυλαχτεί από κάτι. “Δεν πρέπει να λες αυτό το όνομα. Είναι επικίνδυνο”.

“Τουλάχιστον κάτι θυμάσαι. Επικίνδυνο για σένα, ανόητε, όχι για μένα. Τι άλλο θυμάσαι; Θυμήσου, βλάκα, τυφλωμένε από το Φως! Δεν θα τα αφήσω όλα να τελειώσουν τη στιγμή που εσύ δεν καταλαβαίνεις τίποτα! Θυμήσου!”

Για μια στιγμή, ο Λουζ Θέριν κοίταξε το υψωμένο χέρι του, συνεπαρμένος από τα σχήματα της λέρας. Έπειτα το σκούπισε στο μανδύα του, που ήταν ακόμα πιο βρώμικος και ξανακοίταξε τον άλλον. “Ποιος είσαι; Τι θες;”

Ο μαυροντυμένος άνδρας όρθωσε το ανάστημά του με αλαζονεία. “Κάποτε με έλεγαν Έλαν Μόριν Τέντροναϊ, μα τώρα...”

“Προδότη της Ελπίδας”. Ο Λουζ Θέριν είχε μιλήσει ψιθυριστά. Η μνήμη του σκίρτησε, αλλά έστριψε το κεφάλι του, αποφεύγοντας την.

“Αρα θυμάσαι κάποια πράγματα. Ναι, Προδότη της Ελπίδας. Έτσι με ονόμασαν οι άνθρωποι, όπως ονόμασαν εσένα Δράκοντα, αλλά, αντίθετα από σένα, εγώ αποδέχομαι το όνομα. Μου έδωσαν το όνομα για να με διασύρουν, αλλά κάποια μέρα θα τους κάνω να γονατίσουν και να το λατρέψουν. Εσύ τι θα κάνεις με το όνομά σου; Από σήμερα και μετά, οι άνθρωποι θα σε αποκαλούν Σφαγέα. Τι θα κάνεις γι’ αυτό;”