“Και θα ξανάρθει”, είπε ο Θομ, σκύβοντας πάνω από το τραπέζι και χαμηλώνοντας τη φωνή του. “Λέω να γυρίσουμε κρυφά στο πλοίο και να δεχτούμε την προσφορά του καπετάνιου Ντόμον. Το κυνήγι θα πιάσει το δρόμο προς το Κάεμλυν, ενώ εμείς θα πηγαίνουμε προς το Ίλιαν, χίλια μίλια μακριά από κει που μας περιμένουν οι Μυρντράαλ”.
“Όχι”, είπε ο Ματ με σταθερή φωνή. “Ή περιμένουμε τη Μουαραίν και τους άλλους στην Ασπρογέφυρα, ή συνεχίζουμε προς το Κάεμλυν. Το ένα ή το άλλο, Θομ. Αυτό αποφασίσαμε”.
“Αυτό είναι τρελό, αγόρι μου. Τα πράγματα άλλαξαν. Ακουσε με τώρα. Ό,τι και να λέει ο πανδοχέας, όταν ένα Μυρντράαλ τον κοιτάξει, θα του πει τα πάντα για μας, από το τι ήπιαμε μέχρι πόση σκόνη είχαμε στις μπότες μας”. Ο Ραντ ανατρίχιασε, θυμήθηκε τη δίχως μάτια ματιά του Ξέθωρου. “Όσο για το Κάεμλυν... Νομίζεις πως οι Ημιάνθρωποι δεν ξέρουν ότι θέλεις να πας στην Ταρ Βάλον; Είναι καλή στιγμή για να βρίσκεσαι σε ένα πλοίο που πάει προς το νότο”.
“Όχι, Θομ”. Οι λέξεις έβγαιναν με δυσκολία από το στόμα του Ραντ, καθώς σκεφτόταν ότι θα μπορούσε να είναι χίλια μίλια από κει που έψαχναν οι Ξέθωροι, αλλά πήρε μια βαθιά ανάσα και κατάφερε να μιλήσει με σιγουριά. “Όχι”.
“Σκέψου, αγόρι μου. Το Ίλιαν! Δεν υπάρχει λαμπρότερη πόλη στο πρόσωπο της γης. Και το Μεγάλο Κυνήγι του Κέρατος! Τετρακόσια χρόνια έχει να γίνει Κυνήγι του Κέρατος. Ένας ολόκληρος κύκλος ιστοριών προσμένουν να γεννηθούν. Σκέψου το μόνο. Ποτέ δεν ονειρεύτηκες κάτι τέτοιο. Όταν πια οι Μυρντράαλ καταλάβουν πού πήγες, θα είσαι γέρος και γκριζομάλλης και τόσο μπουχτισμένος από τα εγγόνια σου, που δεν θα σε νοιάζει αν σε βρουν”.
Το πρόσωπο του Ραντ σφίχτηκε με πείσμα. “Πόσες φορές θα πω όχι; Θα μας βρουν, όπου και να πάμε. Οι Ξέθωροι θα περιμένουν και στο Ίλιαν. Και πώς θα γλιτώσουμε από τα όνειρα; Θέλω να μάθω τι μου συμβαίνει και γιατί, Θομ. Θα πάω στην Ταρ Βάλον. Με τη Μουαραίν, αν μπορώ· χωρίς αυτήν, αν χρειαστεί. Μόνος, αν χρειαστεί. Πρέπει να μάθω”.
“Όμως το Ίλιαν, αγόρι μου. Και μια ασφαλής διέξοδος, στο ποτάμι, ενώ εκείνοι θα σε ψάχνουν σε άλλη κατεύθυνση. Μα το αίμα και τις στάχτες, τα όνειρα δεν πειράζουν”.
Ο Ραντ έμεινε σιωπηλός. Τα όνειρα δεν πειράζουν; Αν σε τρυπήσει αγκάθι σε όνειρο, το αίμα δεν είναι πραγματικό; Ευχήθηκε, σχεδόν, να είχε πει στον Θομ και για εκείνο το όνειρο. Τολμάς να μιλήσεις σε κανέναν; Ο Μπα’άλζαμον είναι στα όνειρά σον, αλλά τώρα τι βρίσκεται ανάμεσα στο όνειρο και στο ξύπνημα; Σε ποιον τολμάς να πεις ότι ο Σκοτεινός σε αγγίζει;
Ο Θομ φάνηκε να καταλαβαίνει. Η έκφραση του Βάρδου μαλάκωσε. “Ακόμα κι αυτά τα όνειρα, παλικάρι μου. Δεν είναι παρά όνειρα, σωστά; Για τ’ όνομα του Φωτός, Ματ, μίλα του. Ξέρω ότι εσύ τουλάχιστον δεν θέλεις να πας στην Ταρ Βάλον”.
Ο Ματ κοκκίνισε, λίγο από ντροπή και λίγο από θυμό. Απέφυγε να κοιτάξει τον Ραντ και, αντίθετα, έριξε μια μουτρωμένη ματιά στον Θομ. “Γιατί κάνεις τόση φασαρία; Θέλεις να γυρίσεις στο πλοίο; Γύρνα στο πλοίο. Εμείς θα τα βγάλουμε πέρα”.
Οι αδύνατοι ώμοι του Βάρδου τραντάχτηκαν από ένα σιωπηλό γέλιο, αλλά η φωνή του ήταν θυμωμένη. “Νομίζετε ότι ξέρετε αρκετά για τους Μυρντράαλ, ώστε να το σκάσετε μόνοι σας, ε; Είστε έτοιμοι να μπείτε στην Ταρ Βάλον μόνοι σας και να παραδοθείτε στην Έδρα της Άμερλιν; Μπορείτε, έστω, να ξεχωρίσετε το ένα Άτζα από το άλλο; Το Φως να με κάψει, αγόρι μου, αν νομίζεις ότι μπορείτε να πάτε στην Ταρ Βάλον μόνοι σας τότε πείτε μου να φύγω”.
“Φύγε”, μούγκρισε ο Ματ, χώνοντας το χέρι στο μανδύα του. Ο Ραντ κατάλαβε έκπληκτος ότι έσφιγγε το εγχειρίδιο από τη Σαντάρ Λογκόθ, ίσως έτοιμος να το χρησιμοποιήσει.
Τρανταχτά γέλια ακούστηκαν από την άλλη μεριά του χαμηλού τοίχου, που χώριζε την αίθουσα και μια κοροϊδευτική φωνή μίλησε δυνατά.
“Τρόλοκ; Άντε φόρα μανδύα Βάρδου, άνθρωπέ μου. Είσαι μεθυσμένος! Τρόλοκ! Παραμυθάκια από τις Μεθόριους!”
Τα λόγια έσβησαν το θυμό, σαν νερό που πέφτει σε φωτιά. Ακόμα και ο Ματ μισογύρισε προς τον τοίχο, ανοίγοντας τα μάτια διάπλατα.
Ο Ραντ σηκώθηκε ίσα για να δει πάνω από τον τοίχο, έπειτα ξανάσκυψε, νιώθοντας ναυτία. Στην άλλη μεριά καθόταν ο Φλόραν Γκελμπ, σε ένα τραπέζι προς τα πίσω, μαζί με τους δύο άνδρες που ήταν μέσα από πριν. Γελούσαν μαζί του, αλλά τον άκουγαν. Ο Μπάρτιμ σκούπιζε ένα τραπέζι, που ήθελε επειγόντως σκούπισμα και δεν κοίταζε τον Γκελμπ και τους δύο άνδρες, αλλά άκουγε· έτριβε και ξανάτριβε το ίδιο σημείο με την πετσέτα του και έγερνε προς τους άνδρες, έτοιμος σχεδόν να πέσει.
“Ο Γκελμπ”, ψιθύρισε ο Ραντ ξαναπέφτοντας στην καρέκλα του και οι άλλοι τινάχτηκαν. Ο Θομ κοίταξε εξεταστικά την δική τους πλευρά της αίθουσας.
Από την άλλη πλευρά του τοίχου, παρενέβη η φωνή του δεύτερου άνδρα. “Όχι, όχι, κάποτε οι Τρόλοκ υπήρχαν. Αλλά σκοτώθηκαν όλοι στους Πολέμους των Τρόλοκ”.