Выбрать главу

“Παραμυθάκια από τις Μεθόριους”, επανέλαβε ο πρώτος.

“Είναι αλήθεια σου λέω”, διαμαρτυρήθηκε με δυνατή φωνή ο Γκελμπ. Έχω πάει στις Μεθόριους. Έχω δει Τρόλοκ κι εκείνοι εκεί ήταν Τρόλοκ, όπως σε βλέπω και με βλέπεις. Αυτοί οι τρεις είπαν ότι οι Τρόλοκ τους κυνηγούσαν, αλλά εγώ ξέρω τι έγινε. Γι’ αυτό δεν έμεινα στο Αφρόνερο. Εδώ και καιρό είχα τις υποψίες μου για τον Μπέυλ Ντόμον, αλλά αυτοί είναι σίγουρα Σκοτεινόφιλοι. Σας λέω...” Τα υπόλοιπα πνίγηκαν μέσα στα γέλια και τα βρώμικα αστεία.

Ο Ραντ αναρωτήθηκε πόση ώρα τους έμενε, πριν ακούσει ο πανδοχέας την περιγραφή “αυτών των τριών”. Αν δεν την είχε ακούσει ήδη. Αν δεν σκεφτόταν αμέσως τους τρεις ξένους που είχε ήδη δει. Δεν μπορούσαν να φτάσουν στην πόρτα χωρίς να περάσουν δίπλα από το τραπέζι του Γκελμπ.

“Μπορεί το πλοίο να μην είναι κακή ιδέα”, μουρμούρισε ο Ματ, αλλά ο Θομ κούνησε το κεφάλι.

“Όχι πια”. Ο Βάρδος μίλησε γοργά, με χαμηλή φωνή. Έβγαλε το δερμάτινο πουγκί, που του είχε δώσει ο καπετάνιος Ντόμον και χώρισε βιαστικά τα χρήματα σε τρεις στοίβες. “Αυτή η ιστορία θα κάνει το γύρο της πόλης μέσα σε μια ώρα, είτε την πιστέψει κανείς είτε όχι και ο Ημιάνθρωπος μπορεί να την ακούσει ανά πάσα στιγμή. Ο Ντόμον θα σαλπάρει αύριο το πρωί. Στην καλύτερη περίπτωση, θα έχει Τρόλοκ να τον κυνηγούν ώσπου να φτάσει στο Ίλιαν. Το μισοπεριμένει, για κάποιο λόγο, αλλά αυτό δεν μας ωφελεί. Δεν υπάρχει άλλη λύση, παρά να το βάλουμε στα πόδια και να μην κοιτάξουμε πίσω ούτε στιγμή”.

Ο Ματ έχωσε γρήγορα στην τσέπη τα χρήματα που είχε βάλει μπροστά του ο Θομ. Ο Ραντ πήρε τα δικά του πιο αργά. Το νόμισμα που του είχε δώσει η Μουαραίν δεν ήταν ανάμεσά τους. Ο Ντόμον του είχε δώσει ασήμι ίσου βάρους, αλλά ο Ραντ, για κάποιο λόγο που δεν μπορούσε να καταλάβει, θα προτιμούσε να είχε το νόμισμα της Άες Σεντάι. Έχωσε τα χρήματα στην τσέπη του και κοίταξε ερωτηματικά τον Βάρδο.

“Σε περίπτωση που χωριστούμε”, εξήγησε ο Θομ. “Μάλλον δεν θα χωριστούμε, αλλά, αν συμβεί... θα τα βγάλετε πέρα μόνοι σας μια χαρά. Είστε καλά παιδιά. Μην μπλέξετε με Άες Σεντάι, αν αγαπάτε τη ζωή σας”.

“Νόμιζα ότι θα ερχόσουν μαζί μας”, είπε ο Ραντ.

“Έρχομαι, αγόρι μου. Έρχομαι. Αλλά πλησιάζουν και το Φως μόνο ξέρει. Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία. Δεν πιστεύω να γίνει τίποτα”. Ο Θομ κοντοστάθηκε, κοιτάζοντας τον Ματ. “Ελπίζω να μην σε πειράζει πια που θα μείνω μαζί σας”, είπε ξερά.

Ο Ματ σήκωσε τους ώμους. Κοίταξε τους άλλους δύο, ξανασήκωσε τους ώμους. “Είμαι νευρικός. Δεν μπορώ να βρω λίγη ησυχία. Κάθε φορά που σταματάμε να πάρουμε μια ανάσα, να σου κι αυτοί εκεί να μας κυνηγούν. Νιώθω σαν να με κοιτάζει συνέχεια κάποιος από πίσω. Τι θα κάνουμε;”

Γέλια ξέσπασαν από την άλλη πλευρά του τοίχου, και ο Γκελμπ προσπάθησε μεγαλόφωνα να πείσει τους δύο άνδρες ότι έλεγε αλήθεια. Πόση ώρα ακόμα; αναρωτήθηκε ο Ραντ. Κάποια στιγμή ο Μπάρτιμ θα συνδύαζε τους τρεις τους με τους τρεις που έλεγε ο Γκελμπ.

Ο Θομ τράβηξε την καρέκλα του και σηκώθηκε, αλλά προχώρησε σκύβοντας. Αν κάποιος κοίταζε τον τοίχο από την άλλη μεριά, δεν θα τον έβλεπε. Τους έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν, ψιθυρίζοντας, “Κάνετε ησυχία”.

Τα παράθυρα δεξιά κι αριστερά από το τζάκι της δικής τους πλευράς έβγαζαν σ’ ένα σοκάκι. Ο Θομ κοίταξε ένα παράθυρο με προσοχή και το τράβηξε, μόνο όσο χρειαζόταν για να χωρέσουν. Το παράθυρο δεν έκανε σχεδόν καθόλου θόρυβο, τίποτα που να μπορούσε να ακουστεί ένα μέτρο πιο πέρα, μέσα στα γέλια και τη συζήτηση από την άλλη πλευρά του τοίχου.

Όταν βγήκαν στο σοκάκι, ο Ματ έκανε αμέσως να πάει στο δρόμο, αλλά ο Θομ τον έπιασε από το μπράτσο. “Μη βιάζεσαι”, του είπε ο Βάρδος. “Να δούμε πρώτα τι κάνουμε”. Ο Θομ χαμήλωσε πάλι το παράθυρο όσο μπορούσε απ’ έξω και γύρισε για να κοιτάξει το σοκάκι.

Ο Ραντ ακολούθησε το βλέμμα του Θομ. Με εξαίρεση πεντ’ έξι βαρέλια για βρόχινο νερό, που ήταν στον τοίχο του πανδοχείου και το διπλανό κτίριο, ένα ραφτάδικο, το σοκάκι ήταν άδειο και το πατημένο χώμα ξερό και γεμάτο σκόνη.

“Γιατί το κάνεις αυτό;” ζήτησε πάλι να μάθει ο Ματ. “Θα ήσουν πιο ασφαλής αν μας άφηνες. Γιατί μένεις μαζί μας;”

Ο Θομ τον κοίταξε για λίγο. “Είχα έναν ανιψιό, τον Όγουυν”, είπε κουρασμένα, βγάζοντας το μανδύα του. Άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του σ’ ένα σωρό στην κουβέρτα του, βάζοντας προσεκτικά τις θήκες των εργαλείων πάνω-πάνω. “Ο μοναχογιός του αδερφού μου, που ήταν ο μόνος ζωντανός συγγενής μου. Είχε μπλέξει σε μια φασαρία με τις Άες Σεντάι, αλλά εγώ ήμουν απασχολημένος με... άλλα πράγματα. Δεν ξέρω τι θα μπορούσα να κάνω, αλλά, όταν τελικά προσπάθησα, ήταν πολύ αργά. Ο Όγουυν πέθανε μετά από μερικά χρόνια. Θα μπορούσατε να πείτε ότι τον σκότωσαν οι Άες Σεντάι”. Ανασηκώθηκε, χωρίς να τους κοιτά. Η φωνή του ήταν ακόμα σταθερή, αλλά ο Ραντ είδε δάκρυα στα μάτια του, καθώς γύριζε το κεφάλι. “Αν μπορέσω να σας γλιτώσω από την Ταρ Βάλον, ίσως σταματήσω να σκέφτομαι τον Όγουυν. Περιμένετε εδώ”. Αποφεύγοντας τα μάτια τους, πλησίασε βιαστικά την είσοδο του σοκακιού και σταμάτησε πριν φτάσει εκεί. Έριξε μια γρήγορη ματιά ολόγυρα, προχώρησε στο δρόμο αμέριμνα και εξαφανίστηκε από τα μάτια τους.