Ο Ματ μισοσηκώθηκε για να τον ακολουθήσει, έπειτα ξανακάθισε. “Δεν θα τα παρατούσε”, είπε, αγγίζοντας τις δερμάτινες θήκες των οργάνων. “Πίστεψες το παραμύθι του;”
Ο Ραντ γονάτισε υπομονετικά πίσω από τα βαρέλια. “Τι έχεις πάθει, Ματ; Δεν είναι αυτό το φυσικό σου. Μέρες έχω να σ’ ακούσω να γελάς”.
“Δεν μου αρέσει να με κυνηγούν σαν λαγό”, είπε ο Ματ απότομα. Αναστέναξε, ακούμπησε το κεφάλι στον τούβλινο τοίχο του πανδοχείου. Ακόμα κι έτσι έμοιαζε να είναι σε υπερένταση. Τα μάτια του κοίταζαν επιφυλακτικά. “Συγνώμη. Είναι που τρέχουμε τόσον καιρό, είναι όλοι αυτοί οι ξένοι και... και τα πάντα. Έγινα νευρικός. Κοιτάζω κάποιον και αμέσως αναρωτιέμαι, αν θα μιλήσει για μας στους Ξέθωρους, αν θα μας εξαπατήσει, αν θα μας κλέψει, αν... Φως μου, Ραντ, εσύ δεν είσαι νευρικός;”
Ο Ραντ γέλασε, μ’ ένα κοφτό ξερό γελάκι από το βάθος του λαρυγγιού του. “Είμαι τόσο τρομαγμένος, που δεν νιώθω νευρικότητα”.
“Τι λες να έκαναν οι Άες Σεντάι στον ανιψιό του;”
“Δεν ξέρω”, είπε αμήχανα ο Ραντ. Ήξερε μόνο έναν τρόπο για τον οποίο θα έμπλεκε ένας άνδρας με τις Άες Σεντάι. “Νομίζω δεν ήταν σαν εμάς”.
“Όχι. Όχι σαν εμάς”.
Για λίγο στάθηκαν ακουμπισμένοι στον τοίχο, χωρίς να μιλούν. Ο Ραντ δεν ήταν σίγουρος πόση ώρα περίμεναν. Μάλλον μερικά λεπτά, αλλά έμοιαζε μια ολόκληρη ώρα που περίμεναν να γυρίσει ο Θομ, που περίμεναν να ανοίξουν ο Μπάρτιμ και ο Γκελμπ το παράθυρο και να τους κατηγορήσουν για Σκοτεινόφιλους. Ύστερα, ένας άνδρας έστριψε και μπήκε στο σοκάκι, ένας ψηλός άνδρας με την κουκούλα του μανδύα του ανεβασμένη για να κρύβει το πρόσωπό του, ένας άνδρας με μανδύα, που έμοιαζε μαύρος σαν τη νύχτα κόντρα στο φως του δρόμου.
Ο Ραντ σηκώθηκε όρθιος, σφίγγοντας το σπαθί του Ταμ με τόση δύναμη, που τον πόνεσαν οι αρθρώσεις. Το στόμα του στέγνωσε· κατάπιε μερικές φορές, αλλά αυτό δεν βοήθησε. Ο Ματ σηκώθηκε και στάθηκε μισοσκυμμένος, με το χέρι κάτω από το μανδύα του.
Ο άνδρας ήρθε πιο κοντά και το λαρύγγι του Ραντ σφιγγόταν με κάθε βήμα του. Ξαφνικά ο άλλος σταμάτησε και κατέβασε την κουκούλα του. Τα γόνατα του Ραντ παραλίγο θα λύγιζαν. Ήταν ο Θομ.
“Αφού δεν με αναγνωρίσατε” ―ο Βάρδος χαμογέλασε πλατιά- “η μεταμφίεση θα πετύχει και στις πύλες”.
Ο Θομ πέρασε από δίπλα τους και άρχισε να παίρνει πράγματα από το μπαλωμένο μανδύα του και να τα βάζει στον καινούργιο, τόσο γρήγορα, που ο Ραντ δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα. Τώρα έβλεπε πως ο καινούργιος μανδύας είχε σκούρο καφέ χρώμα. Ανάσανε βαθιά, τραχιά· ακόμα ένιωθε σαν να του έσφιγγε κάποιος το λαιμό. Καφέ, όχι μαύρος. Ο Ματ είχε ακόμα το χέρι κάτω από το μανδύα του και κοίταζε την πλάτη του Θομ, σαν να σκεφτόταν ακόμα να χρησιμοποιήσει το εγχειρίδιο.
Ο Θομ τους κοίταξε, μετά τους ξανακοίταξε πιο έντονα. “Δεν είναι τώρα ώρα για νευράκια”. Δίπλωσε επιδέξια τον παλιό του μανδύα κι έκανε ένα δέμα με τις θήκες των οργάνων του, με τα μπαλώματα κρυμμένα από τη μέσα μεριά. “Θα βγούμε εκεί ένας― ένας, από κοντά, για να βλεπόμαστε. Έτσι δεν θα μας πολυθυμούνται. Δεν μπορείς να περπατάς πιο καμπουριαστά;” είπε στον Ραντ. “Με τέτοιο μπόι είναι σαν να κρατάς λάβαρο”. Έριξε το μπόγο στην πλάτη του και σηκώθηκε, ανεβάζοντας πάλι την κουκούλα. Δεν έμοιαζε καθόλου με τον ασπρομάλλη Βάρδο. Ήταν απλώς άλλος ένας ταξιδιώτης, ένας άνθρωπος τόσο φτωχός, που δεν του περίσσευαν λεφτά ούτε για άλογο, πόσο μάλλον για άμαξα. “Πάμε να φύγουμε. Πολύ χασομερήσαμε”.
Ο Ραντ συμφωνούσε απολύτως μαζί του, αλλά και πάλι κοντοστάθηκε, πριν βγει από το σοκάκι στην πλατεία. Κανένας από το αραιό πλήθος δεν τους έριξε δεύτερη ματιά —οι περισσότεροι δεν τους κοίταξαν καν— αλλά οι ώμοι του ήταν σφιγμένοι, καθώς περίμενε για την κραυγή “Σκοτεινόφιλος”, που μετέτρεπε τους φυσιολογικούς ανθρώπους σε όχλο έτοιμο για έγκλημα. Κοίταξε πέρα-δώθε την ακάλυπτη περιοχή, τους ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν στις καθημερινές δουλειές τους. Όταν ξανακοίταξε, ένας Μυρντράαλ είχε ήδη διασχίσει τη μισή πλατεία.
Από πού είχε έρθει ο Ξέθωρος, δεν μπορούσε ούτε καν να το μαντέψει, αλλά πλησίαζε τους τρεις τους με αργό, απειλητικό βήμα, ένα σαρκοφάγο με το θήραμά του μπροστά στο βλέμμα του. Οι άνθρωποι στρέφονταν αλλού από τη μορφή με τη μαύρη κουκούλα, απέφευγαν να την κοιτάξουν. Η πλατεία άρχισε να αδειάζει, καθώς ο κόσμος αποφάσιζε πως είχε δουλειές αλλού.