Η μαύρη κουκούλα έκανε τον Ραντ να μαρμαρώσει επιτόπου. Προσπάθησε να καλέσει το κενό, αλλά ήταν σαν προσπαθούσε να πιάσει σύννεφο καπνού. Το κρυμμένο βλέμμα του Ξέθωρου τον έσχισε ως το κόκαλο κι έκανε το μεδούλι του κομμάτια πάγου.
“Μην κοιτάς το πρόσωπό του”, μουρμούρισε ο Θομ. Η φωνή του βγήκε τρεμάμενη και σπασμένη κι ακουγόταν σαν να πάλευε με την κάθε λέξη. “Που να σε κάψει το Φως, μην κοιτάς το πρόσωπό του!”
Ο Ραντ τράβηξε το βλέμμα του —παραλίγο θα βογκούσε· ένιωθε σαν να ξεκολλούσε βδέλλα από το πρόσωπό του- αλλά, ακόμα και κοιτάζοντας τις πλάκες της πλατείας, έβλεπε τον Μυρντράαλ να έρχεται, μια γάτα που έπαιζε με ποντίκια, διασκεδάζοντας με τις αδύναμες προσπάθειες τους να ξεφύγουν, ώσπου τελικά τα σαγόνια της θα έκλειναν. Ο Ξέθωρος είχε διανύσει τη μισή απόσταση. “Έτσι θα στεκόμαστε;” μουρμούρισε. “Πρέπει να τρέξουμε... να το σκάσουμε”. Αλλά δεν μπορούσε να κουνήσει τα πόδια του.
Ο Ματ είχε βγάλει τελικά το εγχειρίδιο με το ρουμπίνι στη λαβή, κρατώντας το με χέρι που έτρεμε. Τα χείλη του είχαν τραβηχτεί πίσω κι αποκάλυπταν τα δόντια του με μια έκφραση αγριάδας και φόβου.
“Νομίζεις...” Ο Θομ σταμάτησε για να ξεροκαταπιεί και συνέχισε βραχνά. “Νομίζεις πως μπορείς να τρέξεις πιο γρήγορα από αυτόν, μικρέ;” Άρχισε να μουρμουρίζει μόνος του· η μόνη λέξη που καταλάβαινε ο Ραντ ήταν “Όγουυν”. Ξαφνικά ο Θομ μούγκρισε, “Κακώς έμπλεξα μαζί σας. Κακώς”. Κατέβασε από τη ράχη του το δέμα με το μανδύα και τον έριξε στα χέρια του Ραντ. “Πρόσεχε τα αυτά. Όταν πω τρέξτε, να τρέξετε και να μη σταματήσετε πουθενά, μέχρι να φτάσετε στο Κάεμλυν. Η Ευλογία της Βασίλισσας. Ένα πανδοχείο. Κοίτα να το θυμάσαι, σε περίπτωση που... Κοίτα να το θυμάσαι”.
“Δεν καταλαβαίνω”, είπε ο Ραντ. Ο Μυρντράαλ τώρα ήταν, το πολύ, είκοσι βήματα πιο πέρα. Ο Ραντ ένιωθε σαν να είχε βαρίδια από μολύβι στα πόδια του.
“Κοίτα να το θυμάσαι!” γρύλισε ο Θομ, “Η Ευλογία της Βασίλισσας. Τώρα. ΤΡΕΞΤΕ!”
Τους έσπρωξε για να ξεκινήσουν, με τα χέρια του στους ώμους τους και ο Ραντ στην αρχή παραπάτησε και μετά έτρεξε σκοντάφτοντας, με τον Ματ στο πλευρό του.
“ΤΡΕΞΤΕ!” Και ο Θομ επίσης είχε ξεκινήσει, με ένα μακρόσυρτο, άναρθρο βρυχηθμό. Όχι στο κατόπι τους, αλλά προς τον Μυρντράαλ. Τα χέρια του έκαναν μια μεγαλοπρεπή κίνηση, σαν να έδινε παράσταση δίνοντας τον καλύτερο εαυτό του και εμφανίστηκαν δύο εγχειρίδια. Ο Ραντ σταμάτησε, αλλά ο Ματ τον τράβηξε.
Ο Ξέθωρος ήταν κι αυτός το ίδιο ξαφνιασμένος. Το νωχελικό βήμα του πάγωσε. Το χέρι του πλησίασε τη λαβή του μαύρου σπαθιού που κρεμόταν στη μέση του, αλλά τα μακριά πόδια του Βάρδου κάλυψαν γρήγορα την απόσταση. Ο Θομ έπεσε στον Μυρντράαλ, πριν εκείνος μισοτραβήξει τη μαύρη λεπίδα και κουτρουβάλησαν και οι δύο στο έδαφος. Οι λιγοστοί άνθρωποι, που ήταν ακόμα στην πλατεία, το έβαλαν στα πόδια.
“ΤΡΕΞΤΕ!” Ο αέρας στην πλατεία άστραψε, με ένα γαλάζιο χρώμα που έκαιγε τα μάτια και ο Θομ άρχισε να ουρλιάζει, αλλά, ακόμα και μέσα στο ουρλιαχτό του, κατάφερε να πει μια λέξη. “ΤΡΕΞΤΕ!”
Ο Ραντ τον υπάκουσε. Τα ουρλιαχτά του Βάρδου τον καταδίωξαν.
Αγκαλιάζοντας σφιχτά του δέμα του Βάρδου, έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ο πανικός εξαπλώθηκε από την πλατεία στην πόλη, καθώς ο Ραντ και ο Ματ το έσκαγαν στην κορυφή ενός κύματος φόβου. Οι μαγαζάτορες εγκατέλειπαν την πραμάτεια τους, καθώς τα αγόρια περνούσαν. Τα πατζούρια έκλειναν με πάταγο μπροστά σε βιτρίνες και φοβισμένα πρόσωπα πρόβαλλαν στα παράθυρα των σπιτιών και ξαναχάνονταν. Άνθρωποι, που δεν ήταν αρκετά κοντά για να δουν, έτρεχαν στους δρόμους σαν παλαβοί, δίχως να προσέχουν τίποτα. Έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλον και όσοι έπεφταν κάτω, ή ξανασηκώνονταν, ή τους ποδοπατούσαν οι άλλοι. Η Ασπρογέφυρα έβραζε, σαν μυρμηγκοφωλιά που κάποιος την είχε κλωτσήσει.
Καθώς τα δύο αγόρια έτρεχαν ξέφρενα προς τις πύλες, ο Ραντ ξαφνικά θυμήθηκε τι είχε πει ο Θομ για το ύψος του. Δίχως να βραδύνει το τρέξιμό του, ζάρωσε όσο μπορούσε, χωρίς να δείχνει ότι ζάρωνε. Αλλά οι πύλες, χοντρό ξύλο δεμένο με μαύρο σίδερο, έστεκαν ανοιχτές. Οι δύο φύλακες της πύλης, που φορούσαν ατσάλινα κράνη και σιδηρόπλεχτες τουνίκες πάνω από κόκκινα παλτά με άσπρα κολάρα, που έμοιαζαν φτηνά, κρατούσαν τους λογχοπέλεκείς τους και κοίταζαν ανήσυχα την πόλη. Ένας από τους δύο κοίταξε τον Ραντ και τον Ματ, αλλά δεν ήταν οι μόνοι που έτρεχαν να βγουν από τις πύλες. Ένα ποτάμι ανθρώπων κυλούσε από κει, λαχανιασμένοι άνδρες, που σφιχταγκάλιαζαν τις γυναίκες τους, δακρυσμένες γυναίκες, που κουβαλούσαν μωρά κι έσερναν παιδιά που έκλαιγαν, ωχροί μαγαζάτορες, που φορούσαν ακόμα τις ποδιές τους και έσφιγγαν αφηρημένα τα εργαλεία τους.