Выбрать главу

Ο Ραντ, καθώς έτρεχε ζαλισμένος, σκέφτηκε πως δεν θα έμενε κανείς που να ξέρει το δρόμο που είχαν πάρει. Ο Θομ. Φως μου, σώσε με, ο Θομ.

Ο Ματ παραπάτησε δίπλα του, ξαναβρήκε την ισορροπία του και έτρεξαν μέχρι που ξεπέρασαν και τους τελευταίους που το έσκαγαν, έτρεξαν ώσπου η πόλη και η Άσπρη Γέφυρα είχαν χαθεί πίσω τους.

Ο Ραντ τελικά έπεσε στα γόνατα, εκεί στο χώμα, πίνοντας αέρα με το γδαρμένο λαρύγγι του με μεγάλες τραχιές ανάσες. Ο δρόμος πίσω τους εκτεινόταν άδειος, ώσπου χανόταν από το βλέμμα ανάμεσα σε άφυλλα δέντρα. Ο Ματ τον σκούντησε.

“Έλα. Έλα”, του είπε ο Ματ λαχανιασμένα. Το πρόσωπό του ήταν λερωμένο από ιδρώτα και σκόνη, και έμοιαζε έτοιμος να σωριαστεί χάμω. “Πρέπει να συνεχίσουμε”.

“Ο Θομ”, είπε ο Ραντ. Έσφιξε στην αγκαλιά του το μανδύα του Θομ· μέσα εκεί ήταν οι σκληροί όγκοι από τις θήκες των οργάνων. “Ο Θομ”.

“Είναι πεθαμένος. Το είδες. Το άκουσες. Φως μου, Ραντ, είναι πεθαμένος!”

“Νομίζεις ότι και η Εγκουέν και η Μουαραίν και οι άλλοι πέθαναν κι αυτοί. Αν είναι πεθαμένοι, γιατί τους κυνηγούν ακόμα οι Μυρντράαλ; Για απάντησε μου;”

Ο Ματ έπεσε στα γόνατα δίπλα του στο χώμα. “Εντάξει. Μπορεί να ζουν, Αλλά ο Θομ — Το είδες! Μα το αίμα και τις στάχτες, Ραντ, το ίδιο μπορεί να πάθουμε κι εμείς”.

Ο Ραντ ένευσε αργά. Ο δρόμος πίσω τους ήταν ακόμα άδειος. Μισοπερίμενε —ή τουλάχιστον ήλπιζε- ότι θα έβλεπε να έρχεται ο Θομ, με αργό βήμα, φυσώντας τα μουστάκια του, λέγοντάς τους τι μπελάς που ήταν οι δυο τους. Η Ευλογία της Βασίλισσας στο Κάεμλυν. Σηκώθηκε όρθιος με κόπο και έριξε το δέμα του Θομ στην πλάτη του μαζί με την κουβέρτα του. Ο Ματ τον κοίταξε, επιφυλακτικά, στενεύοντας τα μάτια.

“Πάμε να φύγουμε”, είπε ο Ραντ, και πήρε το δρόμο που έβγαζε στο Κάεμλυν. Στην αρχή ο Ματ μουρμούρισε και μετά από λίγο πρόφτασε τον Ραντ.

Προχώρησαν με βαριά βήματα στο σκονισμένο δρόμο, με τα κεφάλια σκυμμένα, χωρίς να μιλούν. Ο άνεμος έριχνε κονιοστρόβιλους, που στριφογυρνούσαν ολόγυρα τους. Μερικές φορές ο Ραντ κοίταζε πίσω, αλλά ο δρόμος πάντα ήταν άδειος.

27

Καταφύγιο από την Καταιγίδα

Ο Πέριν αγανακτούσε με τον αράθυμο τρόπο που ταξίδευαν οι Τουάθα’αν προς τα νοτιοανατολικά τόσες μέρες. Ο Λαός των Ταξιδιωτών δεν είχε λόγους να βιάζεται· ποτέ δεν βιαζόταν. Το πρωί οι πολύχρωμες άμαξες κινούσαν μονάχα όταν ο ήλιος σηκωνόταν ψηλά πάνω από τον ορίζοντα και σταματούσαν νωρίς, ακόμα και το απογευματάκι, αν έβρισκαν βολικό μέρος. Τα σκυλιά έτρεχαν χωρίς κόπο πλάι στις άμαξες και συχνά το ίδιο έκαναν και τα παιδιά. Τις πρόφταιναν δίχως καμία δυσκολία. Αν τύχαινε κανείς να πει ότι μπορούσαν να προχωρήσουν κι άλλο, ή να κάνουν πιο γρήγορα, τον αντιμετώπιζαν με γέλια, ή μπορεί να έλεγαν, “Α, μα θες να σκοτώσεις στη δουλειά τα φουκαριάρικα τα άλογα;”

Είχε ξαφνιαστεί, ανακαλύπτοντας ότι ο Ιλάυας δεν συμμεριζόταν τη γνώμη του. Ο Ιλάυας δεν ανέβαινε στις άμαξες —προτιμούσε να περπατά και, μερικές φορές, έτρεχε στην κεφαλή του καραβανιού― αλλά ποτέ δεν είχε προτείνει να φύγουν, ή να κάνουν πιο γρήγορα.

Ο παράξενος γενειοφόρος, με τα παράξενα δέρματα των ρούχων του, ήταν τόσο διαφορετικός από τους καλοσυνάτους Τουάθα’αν, που ξεχώριζε σαν τη μύγα μες στο γάλα ανάμεσα στις άμαξες. Ακόμα και από την απέναντι μεριά της κατασκήνωσης, κανένας δεν περνούσε τον Ιλάυας για κάποιον του Λαού κι όχι μόνο εξαιτίας των ρούχων. Ο Ιλάυας κινούνταν με την τεμπέλικη χάρη των λύκων, κάτι που τόνιζαν τα τομάρια που φορούσε και το γούνινο καπέλο του. Ανάδιδε μια αίσθηση κινδύνου, τόσο φυσικά, όσο η φωτιά ανέδιδε ζέστη και η αντίθεση με το Λαό των Ταξιδιωτών ήταν έντονη. Εκείνοι, νέοι και γέροι, περπατούσαν με βήμα χαρούμενο. Δεν φανέρωναν κίνδυνο οι κινήσεις τους, μονάχα ενθουσιασμό. Τα παιδιά τους χιμούσαν πέρα-δώθε με την ανόθευτη ζέση της κίνησης, φυσικά, αλλά στους Τουάθα’αν, ακόμα και οι γκριζομάλληδες και οι γέροι διατηρούσαν το ανάλαφρο βήμα τους και η περπατησιά τους ήταν ένας μεγαλοπρεπής χορός, που η αξιοπρέπειά του δεν μείωνε την αγαλλίαση του. Όλοι οι Ταξιδιώτες έμοιαζαν έτοιμοι να πιάσουν το χορό, ακόμα κι όταν έστεκαν ασάλευτοι, ακόμα και τις σπάνιες φορές που δεν ακουγόταν μουσική στην κατασκήνωση. Βιολιά και φλάουτα, ντούλτσιμερ και τσίτερ και ταμπούρλα άπλωναν την αρμονία και την αντίστιξη τους γύρω από τις άμαξες, σχεδόν διαρκώς, είτε όταν είχαν κατασκηνώσει, είτε όταν προχωρούσαν. Ευφορικά τραγούδια, χαρωπά τραγούδια, γελαστά τραγούδια, λυπημένα τραγούδια· αν κάποιος στην κατασκήνωση ήταν ξύπνιος, συνήθως υπήρχε και μουσική.