Φιλικά νοήματα και χαμόγελα υποδέχονταν τον Ιλάυας σε κάθε άμαξα που περνούσε και κεφάτες κουβέντες σε κάθε φωτιά που σταματούσε. Αυτό πρέπει να ήταν το πρόσωπο που έδειχνε ο Λαός στους απ’ έξω — ανοιχτά, χαμογελαστά πρόσωπα. Αλλά ο Πέριν είχε μάθει ότι κρυμμένη κάτω από την επιφάνεια ήταν η επιφυλακτικότητα ενός ελαφιού, που δεν είχε εξημερωθεί εντελώς. Κάτι βαθύ βρισκόταν πίσω από τα χαμόγελα που έστελναν στα παιδιά από το Πεδίο του Έμοντ, κάτι που αναρωτιόταν αν ήταν ασφαλές, κάτι που υποχώρησε ελάχιστα τις επόμενες μέρες. Με τον Ιλάυας, η επιφυλακτικότητα ήταν δυνατή, σαν λάβρα καλοκαιριάτικη, που κάνει τον αέρα να τρεμουλιάζει και δεν ξεθώριαζε. Όταν δεν κοίταζε, τον παρακολουθούσαν απροκάλυπτα, σαν να μην ήξεραν τι θα έκανε. Όταν περπατούσε στην κατασκήνωση, τα πόδια, που ήταν έτοιμα για χορό, έμοιαζαν, επίσης, έτοιμα και για φυγή.
Κι ο Ιλάυας ένιωθε άβολα με την Οδό των Φύλλων, όπως εκείνοι ένιωθαν άβολα μαζί του. Το στόμα του είχε μονίμως μια στραβή έκφραση, όταν ήταν κοντά στους Τουάθα’αν. Δεν ήταν συγκαταβατικότητα και, οπωσδήποτε, δεν ήταν περιφρόνηση, αλλά έδειχνε ότι θα προτιμούσε να ήταν οπουδήποτε αλλού παρά εδώ, σχεδόν οπουδήποτε. Όμως, κάθε φορά που ο Πέριν έθιγε το ζήτημα της αναχώρησης, ο Ιλάυας τους καθησύχαζε κι έλεγε ότι θα ξεκουράζονταν για λίγες μέρες.
“Είχατε περάσει δύσκολες μέρες πριν με συναντήσετε”, είπε ο Ιλάυας, την τρίτη ή την τέταρτη φορά που τον είχε ρωτήσει, “και έχετε ακόμα πιο δύσκολες μπροστά σας. Αφού από τη μια σας κυνηγούν Τρόλοκ και Ημιάνθρωποι, από την άλλη έχετε φίλους σαν τις Άες Σεντάι”. Χαμογέλασε, ενώ ακόμα μασούσε την πίτα από ξερά μήλα που είχε κάνει η Ίλα. Ο Πέριν ακόμα ένιωθε ταραχή με τα κίτρινα μάτια του, ακόμα κι όταν ο Ιλάυας χαμογελούσε. Ίσως ακόμα περισσότερη όταν χαμογελούσε· το χαμόγελο δεν έφτανε σχεδόν ποτέ σ’ αυτά τα μάτια κυνηγού. Ο Ιλάυας ήταν ξαπλωμένος πλάι στη φωτιά του Ράεν, αρνούμενος, ως συνήθως, να καθίσει στους κορμούς, που είχαν τραβήξει για να κάθονται. “Μην βιάζεσαι τόσο να πέσεις στα χέρια των Άες Σεντάι”.
“Κι αν μας βρουν οι Ξέθωροι; Τι τους εμποδίζει, αν εμείς απλώς καθόμαστε και περιμένουμε; Τρεις λύκοι μόνο δεν θα τους σταματήσουν και ο Λαός των Ταξιδιωτών δεν θα βοηθήσει. Δεν θα υπερασπιστούν ούτε τον εαυτό τους. Οι Τρόλοκ θα τους μακελέψουν και το σφάλμα θα είναι δικό μας. Όπως και να ’χει, νωρίς ή αργά θα πρέπει να φύγουμε. Ας είναι όσο γίνεται πιο νωρίς”.
“Κάτι μου λέει να περιμένω. Λίγες μόνο μέρες”.
“Κάτι!”
“Μην ταράζεσαι, παλικάρι μου. Να δέχεσαι τη ζωή όπως είναι. Να τρέχεις όταν πρέπει, να πολεμάς αν χρειαστεί, να ξεκουράζεσαι όταν μπορείς”.
“Τι λες τώρα, κάτι;”
“Φάε λίγη πίτα. Η Ίλα δεν με συμπαθεί, αλλά με ταΐζει καλά όταν έρχομαι επισκέπτης. Πάντα υπάρχει καλό φαγητό στις κατασκηνώσεις του Λαού”.
“Τι “κάτι”;” απαίτησε να μάθει ο Πέριν. “Αν ξέρεις κάτι που δεν μας το λες...”
Ο Ιλάυας κοίταξε συνοφρυωμένος την πίτα που κρατούσε, ύστερα την άφησε κάτω και χτύπησε τα χέρια του για να τα ξεσκονίσει. “Κάτι”, είπε τελικά, σηκώνοντας τους ώμους, σαν να μην το καταλάβαινε ούτε κι αυτός. “Κάτι μου λέει ότι έχει σημασία να περιμένουμε. Λίγες ακόμα μέρες. Δεν έχω συχνά τέτοια προαισθήματα, αλλά έχω μάθει να τα εμπιστεύομαι. Παλιά μου έσωσαν τη ζωή. Αυτή τη φορά είναι διαφορετικό, με κάποιον τρόπο, αλλά έχει σημασία. Αυτό είναι ξεκάθαρο. Αν θέλεις να το σκάσετε, τότε φύγετε. Εγώ δεν φεύγω”.
Αυτό είχε να πει όλο κι όλο, όσες φορές κι αν τον ρωτούσε ο Πέριν. Ξάπλωνε, μιλούσε με τον Ράεν, λαγοκοιμόταν με το καπέλο να κρύβει τα μάτια του και αρνούνταν να συζητήσει την αναχώρησή τους. Κάτι του έλεγε ότι είχε σημασία. ’Οταν ερχόταν η ώρα να φύγουν, θα το καταλάβαινε. Φάε λίγη πίτα, παλικάρι μου. Μην εξάπτεσαι. Φάε λίγο βραστό. Ησύχασε.
Ο Πέριν δεν έβρισκε ησυχία. Τις νύχτες τριγυρνούσε στις άμαξες, που είχαν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου κι ανησυχούσε — όχι μόνο επειδή είχε αφορμές, αλλά κι επειδή κανείς άλλος δεν έδειχνε να ανησυχεί. Οι Τουάθα’αν τραγουδούσαν και χόρευαν, μαγείρευαν κι έτρωγαν γύρω από τις φωτιές τους —φρούτα και ξηρούς καρπούς, μούρα και λαχανικά· δεν έτρωγαν κρέας- και καταπιάνονταν με τις μυριάδες καθημερινές αγγαρείες τους, σαν να μην είχαν την παραμικρή έγνοια. Τα παιδιά έτρεχαν κι έπαιζαν παντού. Έπαιζαν κρυφτό ανάμεσα στις άμαξες, σκαρφάλωναν στα δέντρα γύρω από την κατασκήνωση, γελούσαν και κυλιόντουσαν στο χώμα με τα σκυλιά. Κανένας δεν είχε την παραμικρή έγνοια για τίποτα.
Τους έβλεπε και κάτι τον έτρωγε να φύγει. Να φύγουμε, πριν τους βρουν οι κυνηγοί ψάχνοντας για μας. Μας δέχτηκαν και ξεπληρώνουμε την καλοσύνη τους βάζοντάς τους σε κίνδυνο. Τουλάχιστον έχουν λόγο που νιώθουν την καρδιά τους ανάλαφρη. Τίποτα δεν τους κυνηγά. Ενώ εμείς...