Выбрать главу

Δυσκολευόταν να πει μια κουβέντα με την Εγκουέν. Η κοπέλα πότε μιλούσε με την Ίλα κι έσκυβαν τα κεφάλια κοντά, με τρόπο που έλεγε ότι οι άνδρες δεν ήταν ευπρόσδεκτοι, πότε χόρευε με τον Άραμ και στροβιλίζονταν στον ήχο των φλάουτων και των βιολιών και των ταμπούρλων. Τα όργανα έπαιζαν σκοπούς, που είχαν μαζέψει ο Τουάθα’αν απ’ ολόκληρο τον κόσμο, ή τα κοφτά, όλο τρίλιες τραγούδια των ίδιων των Ταξιδιωτών, με τις αργές και τις γρήγορες μελωδίες τους. Ήξεραν πολλά τραγούδια και ο Πέριν μερικά τα αναγνώριζε, αν και συχνά είχαν άλλα ονόματα από κείνα που είχαν στους Δύο Ποταμούς. Το “Τρία Κορίτσια στο Λιβάδι”, για παράδειγμα, οι Μάστορες το ονόμαζαν “Τα Ωραία Κοριτσόπουλα Χορεύουν· και έλεγαν πως το “Ο Άνεμος από το Βορρά” λεγόταν “Πέφτει Δυνατή Βροχή” σε μερικές χώρες και “Η Υποχώρηση του Μπέριν” σε άλλες. Όταν ζήτησε, χωρίς να το καλοσκεφτεί, το “Ο Μάστορας έχει τις Κατσαρόλες μου”, γέλασαν με την καρδιά τους. Τον ήξεραν, αλλά σαν “Πέτα τα Πούπουλα”.

Καταλάβαινε πολύ καλά για πιο λόγο θα ήθελε κάποιος να χορέψει με τα τραγούδια του Λαού. Στο Πεδίο του Έμοντ κανείς δεν τον θεωρούσε σπουδαίο χορευτή, αλλά αυτά τα τραγούδια τραβούσαν τα πόδια του και του φαινόταν πως ποτέ στη ζωή του δεν είχε χορέψει τόσο πολύ, τόσο σκληρά, τόσο καλά. Ήταν υπνωτικά κι έκαναν τις φλέβες του να πάλλονται με το ρυθμό των τυμπάνων.

Το δεύτερο βράδυ ο Πέριν είδε, για πρώτη φορά, γυναίκες να χορεύουν με τα αργά τραγούδια. Οι φωτιές είχαν χαμηλώσει, η νύχτα βάραινε γύρω από τις άμαξες, τα δάχτυλα έπαιζαν έναν αργό ρυθμό στα τύμπανα. Πρώτα το ένα τύμπανο, μετά το άλλο, ώσπου όλα τα τύμπανα της κατασκήνωσης είχαν πιάσει τον ίδιο χαμηλό, επίμονο ρυθμό. Παντού υπήρχε σιωπή, με εξαίρεση τα τύμπανα. Μια κοπέλα με κόκκινο φόρεμα μπήκε στο φως με μια λυγερή κίνηση, ενώ χαλάρωνε τη μαντίλα της. Χάντρες περασμένες σε νήμα κρέμονταν από τα μαλλιά της και έβγαλε με μια κλωτσιά τα παπούτσια της. Ένα φλάουτο άρχισε να παίζει τη μελωδία, θρηνώντας απαλά, και η κοπέλα χόρεψε. Άπλωσε τα χέρια, κρατώντας τη μαντίλα πίσω της· οι γοφοί της λικνίζονταν, καθώς τα γυμνά της πόδια κινούνταν με το ρυθμό των τύμπανων. Τα μαύρα μάτια της κοπέλας καρφώθηκαν στον Πέριν και το χαμόγελό της ή|ταν αργό, σαν το χορό της. Χόρεψε σε μικρούς κύκλους, χαμογελώντας του πάνω από τον ώμο της.

Ο Πέριν ξεροκατάπιε. Η κάψα στο πρόσωπό του δεν ήταν από τη φωτιά. Κι άλλη μια κοπέλα πλησίασε την πρώτη· τα κρόσσια από τις μαντίλες τους τρεμούλιαζαν μαζί με τα τύμπανα και την αργή περιστροφή των γοφών τους. Του χαμογέλασαν και αυτός έβηξε βραχνά για να καθαρίσει το λαιμό του. Φοβόταν να κοιτάξει γύρω του· το πρόσωπό του ήταν κόκκινο σαν παντζάρι και μάλλον όσοι δεν έβλεπαν τις χορεύτριες γελούσαν μαζί του. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό.

Όσο πιο ανέμελα μπορούσε, κατέβηκε από το κούτσουρο, σαν να ήθελε απλώς να βολευτεί και πήρε με προσοχή τέτοια στάση, που κοίταζε μακριά από τη φωτιά, μακριά από τις χορεύτριες. Στο Πεδίο του Έμοντ δεν είχαν τίποτα τέτοιο. Ο χορός με τα κορίτσια στο Πράσινο τις γιορτινές μέρες δεν είχε την παραμικρή σχέση μ’ αυτό. Ευχήθηκε να δυνάμωνε ο αέρας για να τον δροσίσει.

Ο χορός τους τις ξανάφερε μπροστά στα μάτια του, μόνο που τώρα ήταν τρεις. Η μια του έκλεισε πονηρά το ματάκι. Τα μάτια του στράφηκαν με αγωνία δεξιά κι αριστερά. Μα το Φως, σκέφτηκε. Τι κάνω τώρα; Τι θα έκανε ο Ραντ; Εκείνος ξέρει από κορίτσια.

Οι χορεύτριες γέλασαν απαλά· οι χάντρες κουδούνιζαν, καθώς οι κοπέλες τίναζαν τα μακριά μαλλιά τους και ο Πέριν σκέφτηκε πως το πρόσωπό του θα έπαιρνε φωτιά. Έπειτα, μια κάπως πιο μεγάλη γυναίκα μπήκε στο χορό για να δείξει στις άλλες πώς γινόταν. Ο Πέριν βόγκηξε και έκλεισε σφιχτά τα μάτια. Ακόμα και πίσω από τα βλέφαρά του, το γέλιο τους τον πείραζε και τον γαργαλούσε. Ακόμα και πίσω από τα βλέφαρά του, τις έβλεπε ακόμα. Ο ιδρώτας γέμιζε κόμπους το κούτελο του και ευχήθηκε να φυσούσε αέρας.

Κατά τον Ράεν, οι κοπέλες δεν χόρευαν συχνά αυτό το χορό και οι γυναίκες σπάνια· κατά τον Ιλάυας, τα κόκκινα μάγουλα του Πέριν ήταν ο λόγος που, έκτοτε, τον χόρευαν κάθε βράδυ.

“Πρέπει να σε ευχαριστήσω”, του είπε ο Ιλάυας, με τόνο σοβαρό και μετρημένο. “Με σας τους νεαρούληδες τα πράγματα είναι αλλιώς, αλλά στην ηλικία μου δεν φτάνει μόνο η φωτιά για να ζεσταθούν τα κόκαλά μου”. Ο Πέριν κατσούφιασε. Κάτι στη ράχη του Ιλάυας, που απομακρυνόταν, έμοιαζε να δείχνει ότι μπορεί να το έκρυβε, αλλά από μέσα του γελούσε.

Ο Πέριν σύντομα έμαθε ότι ήταν καλύτερα να μην παίρνει το βλέμμα του μακριά από τις κοπέλες και τις γυναίκες που χόρευαν το ευχόταν όμως, έτσι που του χαμογελούσαν και του έκλειναν το μάτι. Αν ήταν μόνο μία, δεν θα είχε πρόβλημα, ίσως — αλλά με πέντε ή έξι, ενώ όλοι τον κοίταζαν... Δεν κατόρθωσε ποτέ να νικήσει τελείως τα αναψοκοκκινίσματά του.