Έπειτα άρχισε και η Εγκουέν να μαθαίνει το χορό. Της τον έμαθαν δύο από τις κοπέλες που είχαν χορέψει την πρώτη εκείνη νύχτα, χτυπώντας παλαμάκια με το ρυθμό, ενώ εκείνη επαναλάμβανε τα συρτά βήματά τους, με μια δανεισμένη μαντίλα να κουνιέται πίσω της. Ο Πέριν έκανε να πει κάτι, έπειτα σκέφτηκε πως θα ήταν σοφότερο να μην ανοίξει το στόμα του. Όταν οι κοπέλες άρχισαν τις κινήσεις των γοφών, η Εγκουέν έβαλε τα γέλια και οι τρεις κοπέλες αγκαλιάστηκαν. Αλλά η Εγκουέν επέμεινε, με τα μάτια να αστράφτουν και τα μάγουλα να έχουν πάρει χρώμα.
Ο Άραμ την κοίταζε να χορεύει με καυτό, πεινασμένο βλέμμα. Ο χαριτωμένος νεαρός Τουάθα’αν της είχε χαρίσει ένα νήμα με γαλάζιες χάντρες και η Εγκουέν δεν το έβγαζε από πάνω της. Η Ίλα, που στην αρχή χαμογελούσε, βλέποντας τον εγγονό της να ενδιαφέρεται για την Εγκουέν, τώρα έσμιγε τα φρύδια με ανησυχία. Ο Πέριν αποφάσισε να μη χάνει από τα μάτια του τον νεαρό κύριο Άραμ.
Μια φορά κατάφερε να ξεμοναχιάσει την Εγκουέν, πλάι σε μια άμαξα βαμμένη με πράσινο και κίτρινο. “Διασκεδάζεις, ε;”
“Γιατί όχι;” Αγγιξε τις γαλάζιες χάντρες που ήταν περασμένες γύρω στο λαιμό της, χαμογελώντας τους. “Δεν προσπαθούμε όλοι να είμαστε δυστυχισμένοι, αντίθετα από σένα. Δεν δικαιούμαστε μια ευκαιρία να διασκεδάσουμε;”
Ο Άραμ στεκόταν κάπου παραπέρα —ποτέ δεν ήταν μακριά από την Εγκουέν- με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος κι ένα χαμογελάκι στο πρόσωπο, εν μέρει αυταρέσκειας κι εν μέρει πρόκλησης. Ο Πέριν χαμήλωσε τη φωνή του. “Νόμιζα ότι ήθελες να πας στην Ταρ Βάλον. Δεν θα μάθεις εδώ πώς να γίνεις Άες Σεντάι”.
Η Εγκουέν τίναξε το κεφάλι της. “Κι εγώ που νόμιζα ότι δεν ήθελες να γίνω Άες Σεντάι”, είπε με φωνή όλο μέλι.
“Μα το αίμα και τις στάχτες, σου φαίνεται πως εδώ είμαστε ασφαλείς; Αυτοί οι άνθρωποι είναι ασφαλείς μαζί μας; Ανά πάσα στιγμή μπορεί να μας βρει κάποιος Ξέθωρος”.
Το χέρι της τρεμούλιασε πάνω στις χάντρες. Το χαμήλωσε και πήρε μια βαθιά ανάσα. “Ό,τι είναι να γίνει θα γίνει, είτε φύγουμε σήμερα, είτε την άλλη βδομάδα. Αυτό πιστεύω τώρα. Διασκέδασε, Πέριν. Μπορεί να είναι η τελευταία ευκαιρία που έχουμε”.
Του χάιδεψε θλιμμένα το μάγουλο με τα δάχτυλά της. Έπειτα ο Άραμ της άπλωσε το χέρι κι εκείνη έτρεξε κοντά του, γελώντας ήδη. Καθώς έτρεχαν στους βιολιστές που τραγουδούσαν, ο Άραμ του έστειλε ένα θριαμβευτικό χαμόγελο πάνω από τον ώμο του, σαν να ήθελε να του πει, δεν είναι δική σου, μα θα γίνει δική μου.
Ο Πέριν σκέφτηκε πως τους είχε μαγέψει το ξόρκι του Λαού. Ο Ιλάυας έχει δίκιο. Δεν χρειάζεται να σε προσηλυτίσουν στην Οδό τον Φύλλου. Σε ποτίζει σιγά-σιγά.
Η Ίλα του είχε ρίξει μια ματιά εκεί που ζάρωνε στον άνεμο και του είχε δώσει ένα χοντρό μάλλινο μανδύα από την αμαξά της· αυτός χάρηκε βλέποντας ότι ήταν σκουροπράσινος, μετά τα τόσα κόκκινα και κίτρινα. Καθώς τον έστρωνε στους ώμους του και σκεφτόταν ότι ήταν θαύμα που ταίριαζε στο μέγεθός του, η Ίλα είπε με σεμνή φωνή, “Μπορεί να ταιριάξει καλύτερα”. Κοίταξε το τσεκούρι στη ζώνη του. Και όταν ξανασήκωσε το βλέμμα, τα μάτια της ήταν θλιμμένα πάνω από το χαμόγελό της. “Μπορεί να ταιριάξει πολύ καλύτερα”.
Το ίδιο έκαναν όλοι οι Μάστορες. Ποτέ δεν έχαναν το χαμόγελό τους, ποτέ δεν δίσταζαν, όταν τον προσκαλούσαν να πει κάτι, ή να ακούσει τη μουσική, αλλά το βλέμμα τους πάντα άγγιζε το τσεκούρι και ο Πέριν ένιωθε τις σκέψεις τους. Δεν δικαιολογείται η βία κατά ανθρώπων. Η Οδός του Φύλλου.
Μερικές φορές του ερχόταν να τους βάλει τις φωνές. Στον κόσμο υπήρχαν Τρόλοκ και Ξέθωροι. Υπήρχαν άνθρωποι που ήθελαν να κόψουν όλα τα φύλλα. Εκεί έξω υπήρχε ο Σκοτεινός και η Οδός του Φύλλου θα καιγόταν στα μάτια του Μπα’άλζαμον. Συνέχισε να φορά πεισματικά το τσεκούρι. Συνήθισε να τραβά πίσω το μανδύα του, ακόμα κι όταν φυσούσε αέρας, για να μην είναι ποτέ κρυμμένο το μισοφέγγαρο της λεπίδας. Μερικές φορές ο Ιλάυας κοίταζε ερωτηματικά το όπλο που κρεμόταν βαρύ στο πλευρό του και του χαμογελούσε κι εκείνα τα κίτρινα μάτια έμοιαζαν να διαβάζουν το μυαλό του. Αυτό σχεδόν τον έκανε να σκεπάζει το τσεκούρι. Σχεδόν.
Παρ’ όλο που η κατασκήνωση των Τουάθα’αν ήταν πηγή συνεχούς ενόχλησης, τουλάχιστον εκεί τα όνειρα του ήταν φυσιολογικά. Μερικές φορές ξυπνούσε ιδρωμένος, από όνειρο στο οποίο Τρόλοκ και Ξέθωροι εισέβαλλαν στην κατασκήνωση, δαυλοί άναβαν φωτιές σε πολύχρωμες αναποδογυρισμένες άμαξες, άνθρωποι έπεφταν σε λίμνες αίματος, άνδρες και γυναίκες και παιδιά έτρεχαν και ούρλιαζαν και πέθαιναν, μα δεν έκαναν την παραμικρή προσπάθεια να υπερασπιστούν τον εαυτό τους από τα, όμοια με δρεπάνια, σπαθιά που τους έκοβαν. Πολλές νύχτες ανασηκωνόταν απότομα μέσα στο σκοτάδι, λαχανιασμένος, απλώνοντας το χέρι στο τσεκούρι, πριν συνειδητοποιήσει ότι οι άμαξες δεν φλέγονταν, ότι δεν υπήρχαν μορφές με ματωμένες μουσούδες, που να γρυλίζουν πάνω από σχισμένα και στραβωμένα πτώματα, πεταμένα στο χώμα. Αλλά ήταν συνηθισμένοι εφιάλτες και με το δικό τους τρόπο πρόσφεραν ανακούφιση. Αν υπήρχε μέρος για να βρεθεί στα όνειρά του ο Σκοτεινός, θα ήταν αυτό, αλλά δεν ερχόταν. Δεν υπήρχε πουθενά ο Μπα’άλζαμον. Μόνο οι συνηθισμένοι εφιάλτες.