“Άσε με ήσυχο!” φώναξε. Η κυρά Λούχαν χτύπησε την κουτάλα στο χείλος της κατσαρόλας και ξανάβαλε το καπάκι, σιγοτραγουδώντας.
“Δεν μπορείς να μου το σκάσεις”, είπε ο Μπα’άλζαμον. “Δεν μπορείς να μου κρυφτείς. Αν είσαι εκείνος, είσαι δικός μου”. Η κάψα από τις φωτιές του προσώπου του ανάγκασε τον Πέριν να κάνει πίσω, ώσπου η πλάτη του βρέθηκε στον τοίχο της κουζίνας. Η κυρά Λούχαν άνοιξε το φούρνο για να δει το ψωμί της. “Ο Οφθαλμός του Κόσμου θα σε κάψει”, είπε ο Μπα’άλζαμον. “Σε σημαδεύω για δικό μου!” Τίναξε το σφιγμένο χέρι του, σαν να πετούσε κάτι· όταν τα δάχτυλά του άνοιξαν, ένα κοράκι όρμηξε στο πρόσωπο του Πέριν.
Ο Πέριν ούρλιαξε, όταν το μαύρο ράμφος του τρύπησε το αριστερό μάτι...
...και ανακάθισε, πιάνοντας το πρόσωπό του, ανάμεσα στις Κοιμισμένες άμαξες του Λαού των Ταξιδιωτών. Αλλά τη θυμόταν, θυμόταν την αγωνία του τρυπήματος.
Ακόμα δεν είχε χαράξει. Ρίγησε και ξαφνικά εμφανίστηκε ο Ιλάυας, που γονάτισε δίπλα του, απλώνοντας το χέρι, σαν να ήθελε να τον ξυπνήσει. Πέρα από τα δέντρα όπου βρίσκονταν οι άμαξες, οι λύκοι ούρλιαξαν, μια κραυγή από τρία λαρύγγια. Μοιραζόταν αυτό που ένιωθαν. Φωτιά. Πόνος. Φωτιά. Μίσος. Μίσος! Σκότωσε!
“Ναι”, είπε ο Ιλάυας με απαλή φωνή. “Είναι ώρα. Σήκω, αγόρι μου. Είναι ώρα να φεύγουμε”.
Ο Πέριν πετάχτηκε από τις κουβέρτες του. Ενώ τις δίπλωνε, ο Ράεν βγήκε από την άμαξά του, τρίβοντας τα τσιμπλιασμένα μάτια του. Ο Αναζητητής έριξε μια ματιά στον ουρανό και πάγωσε, ενώ ήταν ακόμα στα σκαλοπάτια, με τα χέρια ακόμα στο πρόσωπό του. Μόνο τα μάτια του σάλευαν, καθώς μελετούσε τον ουρανό, αν και ο Πέριν δεν μπορούσε να καταλάβει τι κοίταζε. Μερικά σύννεφα έπλεαν στην ανατολή, με τις κοιλιές τους ροζ από τον ήλιο που ακόμα δεν είχε βγει, αλλά δεν φαινόταν τίποτα άλλο. Ο Ράεν έμοιαζε επίσης να αφουγκράζεται και να μυρίζει τον αέρα, αλλά δεν υπήρχε κανένας ήχος εκτός από τον άνεμο στα δέντρα και καμία μυρωδιά εκτός από την αχνή καπνίλα που απέμενε από τις φωτιές που είχαν ανάψει το περασμένο βράδυ.
Ο Ιλάυας επέστρεψε με τα λιγοστά υπάρχοντά του και ο Ράεν κατέβηκε και τα υπόλοιπα σκαλοπάτια. “Πρέπει να αλλάξουμε δρόμο, παλιέ μου φίλε”. Ο Αναζητητής ξανακοίταξε ταραγμένος τον ουρανό. “Θα πάμε αλλού. Θα έρθετε μαζί μας;” Ο Ιλάυας κούνησε το κεφάλι και ο Ράεν ένευσε, σαν να το ήξερε. “Ε, να προσέχεις, παλιέ μου φίλε. Έχει κάτι η σημερινή μέρα...” Έκανε να ξανακοιτάξει, αλλά χαμήλωσε τα μάτια, πριν το βλέμμα ανέβει πιο πάνω από τις οροφές στις άμαξες. “Νομίζω ότι οι άμαξες θα πάνε ανατολικά. Ίσως μέχρι τη Ραχοκοκαλιά του Κόσμου. Ίσως βρούμε ένα στέντιγκ και μείνουμε λιγάκι”.
“Οι μπελάδες δεν μπαίνουν στα στέντιγκ”, συμφώνησε ο Ιλάυας. “Αλλά οι Ογκιρανοί δεν καλοδέχονται τους ξένους”.
“Όλοι καλοδέχονται το Λαό των Ταξιδιωτών”, είπε ο Ράεν και χαμογέλασε πλατιά. “Επίσης, ακόμα και οι Ογκιρανοί έχουν κατσαρόλες και άλλα για γάνωμα. Έλα, ας φάμε πρωινό και θα το συζητήσουμε”.
“Δεν προλαβαίνουμε”, είπε ο Ιλάυας. “Κι εμείς φεύγουμε σήμερα. Το συντομότερο δυνατόν. Φαίνεται πως είναι μέρα για να φεύγεις”.
Ο Ράεν προσπάθησε να τον πείσει να μείνουν, τουλάχιστον για να φάνε και όταν η Ίλα βγήκε από την άμαξα. μαζί με την Εγκουέν πρόσθεσε και τα δικά της επιχειρήματα, αν και όχι με τη θέρμη του συζύγου της. Είπε τα κατάλληλα λόγια, αλλά η ευγένειά της ήταν ψυχρή και ήταν φανερό ότι θα χαιρόταν να δει τον Ιλάυας να φεύγει, αν και όχι την Εγκουέν.
Η Εγκουέν δεν πρόσεξε τις λυπημένες, λοξές ματιές που της έριχνε η Ίλα. Ρώτησε τι γινόταν και ο Πέριν ετοιμάστηκε να την ακούσει να λέει ότι ήθελε να μείνει με τους Τουάθα’αν, αλλά, όταν ο Ιλάυας της εξήγησε, ένενσε σκεφτική και ξαναχώθηκε βιαστικά στην άμαξα για να μάζεψα τα πράγματά της.
Τελικά ο Ράεν σήκωσε τα χέρια. “Εντάξει. Δεν νομίζω να άφησα ποτέ επισκέπτη να φύγει από την κατασκήνωση χωρίς αποχαιρετιστήριο γλέντι, αλλά...” Ξανακοίταξε αβέβαια τον ουρανό. “Ε, νομίζω πως κι εμείς πρέπει να φεύγουμε νωρίς. Μπορεί να φάμε ταξιδεύοντας. Αλλά, τουλάχιστον, ας αποχαιρετιστούν όλοι”.
Ο Ιλάυας προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο Ράεν άρχισε να τρέχει από τη μια άμαξα στην άλλη, χτυπώντας τις πόρτες όπου δεν είχαν ξυπνήσει ακόμα. Όταν ήρθε ένας Μάστορας σέρνοντας την Μπέλα, όλοι είχαν βγει έξω, φορώντας τα πιο ωραία και τα πιο λαμπερά τους ρούχα, μια πανδαισία χρωμάτων, που έκανε την άμαξα με τα κίτρινα και κόκκινα του Ράεν και της Ίλα να φαντάζει απλή. Τα μεγάλα σκυλιά διέσχιζαν το πλήθος με τη γλώσσα τους κρεμασμένη, ψάχνοντας κάποιον να τους ξύσει τα αυτιά, ενώ ο Πέριν και οι υπόλοιποι υπέμεναν ατέλειωτες χειραψίες και αγκαλιές. Οι κοπέλες που χόρευαν κάθε νύχτα δεν ήθελαν να αρκεστούν σε απλές χειραψίες και τα αγκαλιάσματά τους έκαναν τον Πέριν να ευχηθεί να μην έφευγαν — ώσπου, ξαφνικά, θυμήθηκε πόσοι άλλοι τον έβλεπαν και το πρόσωπό του έγινε ασορτί με το κάρο του Αναζητητή.