Выбрать главу

Ο Αραμ τράβηξε την Εγκουέν λιγάκι παράμερα. Ο Πέριν δεν άκουγε τι της έλεγε μέσα στο σαματά των αποχα ρετισμών, αλλά η Εγκουέν κουνούσε το κεφάλι, αργά στην αρχή, πιο σταθερά ύστερα, όταν ο Αραμ άρχισε να χειρονομεί ικετευτικά. Η έκφρασή του άλλαξε, αντί να ικετεύει φαινόταν ότι τσακωνόταν, αλλά η Εγκουέν συνέχισε να κουνά το κεφάλι πεισματάρικα, ώσπου την έσωσε η Ίλα, λέγοντας μερικά τσουχτερά λόγια στον εγγονό της. Ο Άραμ, μουτρωμένος, χώθηκε στο πλήθος, χωρίς να την έχει αποχαιρέτήσει κανονικά. Η Ιλα τον παρακολούθησε που έφευγε, κοντοστάθηκε, έτοιμη να τον ξαναφωνάξει. Κι αυτή νιώθει ανακούφιση, σκέφτηκε ο Πέριν. Ανακούφιση που δεν θέλει να έρθει μαζί μας ― με την Εγκουέν.

Όταν ο Πέριν είχε σφίξει κάθε χέρι, το λιγότερο μια φορά, και είχε αγκαλιάσει κάθε κοπέλα, το λιγότερο δυο φορές, το πλήθος έκανε πίσω, ανοίγοντας λίγο χώρο γύρω από τον Ράεν και την Ίλα και τους τρεις επισκέπτες.

“Ήρθατε εν ειρήνη”, είπε με τυπικότητα ο Ράεν, υποκλινόμενος επίσημα, με τα χέρια στο στήθος. “Αναχωρήστε εν ειρήνη. Οι φωτιές μας πάντα θα σας καλοδέχονται, εν ειρήνη. Η Οδός του Φύλλου είναι η ειρήνη”.

“Η ειρήνη ας είναι πάντα μαζί σου”, απάντησε ο Ιλάυας, “και μαζί με το Λαό”. Δίστασε, έπειτα πρόσθεσε, “Θα βρω το τραγούδι, ή θα το βρει κάποιος άλλος, αλλά το τραγούδι θα τραγουδηθεί, αυτή τη χρονιά ή κάποια που θα έρθει. Όπως ήταν πάντα, έτσι θα ξαναγίνει, κόσμος δίχως τέλος”.

Ο Ράεν ανοιγόκλεισε τα μάτια έκπληκτος και η Ίλα φάνηκε ολότελα σαστισμένη, αλλά όλοι οι άλλοι Τουάθα’αν απάντησαν μουρμουρίζοντας, “Κόσμος δίχως τέλος. Κόσμος και χρόνος δίχως τέλος”. Ο Ράεν και η σύζυγός του είπαν βιαστικά το ίδιο μετά απ’ όλους.

Κι έπειτα είχε έρθει στ’ αλήθεια η ώρα να φύγουν. Μερικοί τελευταίοι αποχαιρετισμοί, μερικές τελευταίες προτροπές για προσοχή, μερικά τελευταία χαμόγελα και κλεισίματα ματιών και η ομάδα έφευγε από την κατασκήνωση, Ο Ράεν τους συνόδευσε ως εκεί που άρχιζαν τα δέντρα, μ’ ένα ζευγάρι σκυλιά να χοροπηδούν στο πλευρό του.

“Στ’ αλήθεια, παλιέ μου φίλε, πρέπει να προσέχεις πολύ. Αυτή η μέρα... Φοβάμαι πως κάτι μοχθηρό έχει ελευθερωθεί στον κόσμο· ό,τι και να προσποιείσαι, δεν είσαι τόσο μοχθηρός που να μην μπορεί να σε καταβροχθίσει”.

“Η ειρήνη μαζί σου”, είπε ο Ιλάυας.

“Και μαζί σου”, είπε ο Ράεν λυπημένα.

Όταν έφυγε ο Ράεν, ο Ιλάυας συννέφιασε, βλέποντας ότι οι άλλοι δύο τον κοιτούσαν. “Τι κι αν δεν πιστεύω στο παλιοτράγουδό τους”, μούγκρισε. “Γιατί να χαλάσω την τελετή και να τους πικράνω; Σας είπα ότι μερικές φορές θέλουν επισημότητα”.

“Φυσικά”, είπε ευγενικά η Εγκουέν. “Γιατί να τους πικράνεις;” Ο Ιλάυας γύρισε από την άλλη, μουρμουρίζοντας μόνος του.

Η Σταχτιά, ο Άνεμος και ο Άλτης ήρθαν να χαιρετίσουν τον Ιλάυας, χωρίς να παίζουν, όπως είχαν κάνει τα σκυλιά· ήταν η όλο αξιοπρέπεια συνάντηση μεταξύ ίσων. Ο Πέριν ένιωσε τι είχαν πει.

Πύρινα μάτια. Πόνος. Το Δόντι της Καρδιάς. Θάνατος. Το Δόντι της Καρδιάς. Ο Πέριν ήξερε ποιον εννοούσαν. Τον Σκοτεινό. Έλεγαν για το όνειρό του. Το όνειρό τους.

Ανατρίχιασε, καθώς οι λύκοι έτρεχαν μπροστά για να ανιχνεύσουν το δρόμο. Ήταν η σειρά της Εγκουέν να καβαλήσει την Μπέλα και ο Πέριν περπατούσε δίπλα της. Ο Ιλάυας οδηγούσε, ως συνήθως, με σταθερό ρυθμό, κατάλληλο για μεγάλες διαδρομές.

Ο Πέριν δεν ήθελε να σκεφτεί το όνειρό του. Πριν, πίστευε πως με τους λύκους ήταν ασφαλείς. Όχι πλήρης. Δέξου. Γεμάτες καρδίες. Γεμάτο μναλό. Ακόμα παλεύεις. Πλήρης μόνο όταν δεχτείς.

Ανάγκασε τους λύκους να βγουν από το μυαλό του και ανοιγόκλεισε τα μάτια έκπληκτος. Δεν ήξερε ότι μπορούσε να το κάνει. Αποφάσισε να μην τους αφήσει να ξαναμπούν ποτέ. Ακόμα και στα όνειρα; Δεν ήξερε αν η σκέψη ήταν δική του, ή δική τους.

Η Εγκουέν ακόμα φορούσε το κορδόνι με τις γαλάζιες χάντρες που της είχε δώσει ο Άραμ και ένα κλαράκι με μικρούλικα, λαμπερά κόκκινα φύλλα στα μαλλιά της, άλλο ένα δώρο του νεαρού Τουάθα’αν. Ο Πέριν ήταν σίγουρος πως ο Άραμ είχε προσπαθήσει να την πείσει να μείνει με το Λαό των Ταξιδιωτών. Χαιρόταν που η Εγκουέν δεν είχε υποχωρήσει, αλλά ευχόταν να μην χάιδευε με τόση τρυφερότητα τις χάντρες.

Τελικά της είπε, “Γιατί μιλούσες τόσες ώρες με την Ίλα; Όποτε δεν χόρευες με κείνον τον μακρυπόδαρο, της μιλούσες σαν να ήταν τίποτα μυστικά”.

“Η Ίλα μου έδινε γυναικείες συμβουλές”, του απάντησε αφηρημένα. Ο Πέριν γέλασε και η Εγκουέν του έριξε μια απειλητική ματιά, την οποία εκείνος δεν κατάλαβε.