Выбрать главу

“Συμβουλές! Εμάς κανένας δεν μας λέει πώς να είμαστε άντρες. Απλώς είμαστε”.

“Ίσως γι’ αυτό τα κάνετε θάλασσα σ’ αυτή τη δουλειά”, είπε η Εγκουέν. Μπροστά τους, ο Ιλάυας άφησε ένα δυνατό κακαριστό γέλιο.

28

Χνάρια στον Αέρα

Η Νυνάβε κοίταξε με θαυμασμό αυτό που βρισκόταν μπροστά τους πιο κάτω στο ποτάμι, την Άσπρη Γέφυρα, που άστραφτε στον ήλιο με μια γαλακτερή λάμψη. Άλλος ένας θρύλος, σκέφτηκε, κοιτάζοντας τον Πρόμαχο και την Άες Σεντάι, που προχωρούσαν μπροστά της. Άλλος ένας θρύλος και δεν φαίνεται να δίνουν την παραμικρή σημασία. Αποφάσισε ότι δεν θα την έπιαναν να κοιτάζει. Θα γελάσουν, αν με δουν να χαζεύω σαν άξεστος χωριάτης. Οι τρεις τους προχώρησαν σιωπηλά προς τη μυθική Άσπρη Γέφυρα.

Μετά από κείνο το πρωί, τότε που είχαν φύγει από τη Σαντάρ Λογκόθ και είχε βρει τη Μουαραίν και τον Λαν στην όχθη του Αρινέλε, η Νυνάβε και η Άες Σεντάι δεν είχαν κάτσει να συζητήσουν πραγματικά. Μιλούσαν, φυσικά, όχι όμως για κάτι ουσιαστικό, τουλάχιστον όπως το έβλεπε η Νυνάβε. Για παράδειγμα, υπήρχαν οι απόπειρες της Μουαραίν να την πείσει να πάει στην Ταρ Βάλον. Στην Ταρ Βάλον. Θα πήγαινε εκεί, αν ήταν ανάγκη και θα την εκπαίδευαν, αλλά όχι για τους λόγους που σκεφτόταν η Άες Σεντάι. Αν η Μουαραίν έκανε κακό στην Εγκουέν και τα αγόρια...

Μερικές φορές, άθελά της, η Νυνάβε αναρωτιόταν τι θα έκανε μια Σοφία με τη Μία Δύναμη, τι θα μπορούσε να κάνει. Όποτε όμως καταλάβαινε τι σκεφτόταν, ένα ξέσπασμα θυμού έκαιγε αυτές τις σκέψεις. Η Δύναμη ήταν κάτι το βρωμερό. Δεν θα ανακατευόταν μ’ όλα αυτά. Εκτός αν χρειαζόταν.

Η καταραμένη γυναίκα ήθελε μόνο να μιλά για το ότι θα την πήγαινε στην Ταρ Βάλον για εκπαίδευση. Η Μουαραίν δεν θα της έλεγε τίποτα! Δεν ήθελε να μάθει τίποτα σχετικό.

Θυμήθηκε ότι είχε ρωτήσει επιτακτικά, “Πώς σκοπεύεις να τους βρούμε;”

“Όπως σου είπα”, απάντησε η Μουαραίν, δίχως να γυρίσει για να την κοιτάξει, “όταν θα είμαι κοντά στους δύο που έχασαν τα νομίσματα, θα το καταλάβω”. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τη ρωτούσε η Νυνάβε, αλλά η φωνή της Άες Σεντάι ήταν σαν μια ασάλευτη λίμνη, που δεν έλεγε να κάνει κυματάκια, όσες πέτρες κι αν έριχνε η Νυνάβε· η Σοφία άναβε και κόρωνε, κάθε φορά που συνέβαινε αυτό. Η Μουαραίν συνέχισε να μιλά, σαν να μην ένιωθε το βλέμμα της Νυνάβε στην πλάτη της· η Νυνάβε ήταν σίγουρη ότι το ένιωθε, τόσο έντονα που την κοίταζε. “Όσο περισσότερος χρόνος περάσει, τόσο πιο κοντά θα πρέπει να πλησιάσω, αλλά θα το καταλάβω. Όσο για εκείνον που έχει ακόμα το δώρο του, όσο το έχει στην κατοχή του θα μπορώ να τον παρακολουθήσω κι από την άκρη του κόσμου, αν χρειαστεί”.

“Και μετά; Τι σχεδιάζεις να κάνεις όταν τους βρεις, Άες Σεντάι;” Δεν πίστευε, ούτε για μια στιγμή, ότι η Άες Σεντάι θα κοπίαζε τόσο για να τους βρει, αν δεν είχε κάποιο σχέδιο.

“Η Ταρ Βάλον, Σοφία”.

“Ταρ Βάλον, Ταρ Βάλον. Μόνο αυτό ξέρεις να λες και άρχισα να—”

“Μεταξύ των άλλων που θα διδαχθείς κατά την εκπαίδευσή σου στην Ταρ Βάλον, Σοφία, είναι και πώς να συγκρατείς την ψυχραιμία σου. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα με τη Μία Δύναμη, όταν τα συναισθήματα κυβερνούν το νου σου”. Η Νυνάβε άνοιξε το στόμα, αλλά η Άες Σεντάι συνέχισε να μιλά. “Λαν, πρέπει να σου μιλήσω μια στιγμή”.

Έσκυψαν τα κεφάλια κοντά και η Νυνάβε έμεινε με μια μουτρωμένη, βλοσυρή έκφραση, την οποία σιχαινόταν. Έπαιρνε συχνά αυτή την έκφραση, καθώς η Άες Σεντάι έστρεφε επιδέξια της ερωτήσεις της σε άλλα θέματα, ξεγλιστρούσε με άνεση από τις ρητορικές παγίδες της και αγνοούσε τις φωνές της, ώσπου έμεναν Και οι δύο σιωπηλές. Αυτή η μουτρωμένη έκφραση την έκανε να νιώθει σαν κοριτσόπουλο, που κάποια από τον Κύκλο των Γυναικών το είχε πιάσει να κάνει χαζομάρες. Η Νυνάβε δεν είχε συνηθίσει αυτή την αίσθηση και το γαλήνιο χαμόγελο της Μουαραίν χειροτέρευε την κατάσταση.

Μακάρι να υπήρχε τρόπος να ξεφορτωθεί αυτή τη γυναίκα. Ο Λαν θα ήταν σε καλύτερη μοίρα μόνος του ―οι Πρόμαχοι θα έπρεπε να μπορούν να αντεπεξέλθουν σε κάθε ανάγκη, σκέφτηκε η Νυνάβε βιαστικά, νιώθοντας ένα ξαφνικό αναψοκοκκίνισμα· δεν υπήρχε άλλος λόγος- αλλά αυτοί οι δύο δεν χώριζαν.

Αλλά όμως, ο Λαν την εξόργιζε πιο πολύ απ’ όσο η Μουαραίν. Η Νυνάβε δεν καταλάβαινε γιατί ήταν τόσο εύθικτη μπροστά στον Λαν. Ο Πρόμαχος σπάνια μιλούσε — μερικές φορές δεν έλεγε ούτε δέκα λέξεις όλη τη μέρα — και ποτέ δεν συμμετείχε στις... συζητήσεις με τη Μουαραίν. Συχνά ήταν μακριά από τις δύο γυναίκες κι εξερευνούσε την περιοχή, αλλά, ακόμα κι όταν ήταν εκεί, στεκόταν λιγάκι κατά μέρος, παρακολουθώντας τις, σαν να έβλεπε μονομαχία. Η Νυνάβε ευχόταν να σταματούσε αυτή τη συμπεριφορά του. Αν ήταν μονομαχία, η Νυνάβε δεν είχε καταφέρει να κερδίσει ούτε μια φορά και η Μουαραίν δεν έδειχνε να καταλαβαίνει καν ότι έπαιρνε μέρος σε μάχη. Η Νυνάβε θα άντεχε να ζήσει και χωρίς τα ψυχρά γαλάζια μάτια του, χωρίς καν αυτό το βουβό κοινό.