Κάπως έτσι είχε κυλήσει το μεγαλύτερο μέρος του ταξιδιού τους. Μέσα στην ησυχία, εκτός από όταν την έλουζε ο θυμός της και, μερικές φορές, όταν φώναζε, ο ήχος της φωνής της έμοιαζε να τσακίζει τη σιωπή, σαν γυαλί που έσπαζε. Η γη ήταν σιωπηλή, λες και, κόσμος κοντοστεκόταν για να ξελαχανιάσει. Ο άνεμος αναστέναζε στα δέντρα, όμως παντού αλλού επικρατούσε γαλήνη. Κι ο άνεμος, επίσης, έμοιαζε απόμακρος, ακόμα και όταν χωνόταν στο μανδύα και της πάγωνε την πλάτη.
Στην αρχή η γαλήνη ήταν παρηγοριά, μετά απ’ όσα είχαν συμβεί. Η Νυνάβε είχε την αίσθηση ότι από τη Νύχτα του Χειμώνα είχε να νιώσει μια ήσυχη στιγμή. Αλλά, καθώς τελείωνε η πρώτη μέρα που είχε περάσει μόνη της με την Άες Σεντάι και τον Πρόμαχο, η Νυνάβε κοίταζε πάνω από τον ώμο της και χτυπούσε τα δάχτυλα στη σέλα, σαν να είχε φαγούρα στην πλάτη, σε σημείο που δεν έφτανε. Η σιωπή έμοιαζε με κρύσταλλο, καταδικασμένο να τσακιστεί και η Νυνάβε ένιωθε το βάρος της, περιμένοντας το πρώτο ράγισμα.
Το ίδιο βάρος ένιωθαν επίσης η Μουαραίν με τον Λαν, έστω κι αν εξωτερικά έδειχναν ατάραχοι. Η Νυνάβε συνειδητοποίησε ότι κάτω από τη γαλήνια όψη τους, όσο περνούσε η ώρα, από μέσα κάτι τους κούρντιζε, σαν ελατήριο ρολογιού, που κάποιος το έφερνε στο σημείο θραύσης. Η Μουαραίν έμοιαζε να αφουγκράζεται πράγματα που δεν υπήρχαν και αυτό που άκουγε έκανε το μέτωπό της να ρυτιδώνει. Ο Λαν ατένιζε το δάσος και το ποτάμι, σαν τα άφυλλα δέντρα και τα πλατιά, νωθρά νερά να έδειχναν σημάδια από παγίδες Και ενέδρες, που τους περίμεναν πιο κάτω.
Ένα μέρος της χαιρόταν, επειδή δεν ήταν η μόνη που ένιωθε ότι άλος ο κόσμος στεκόταν στο χείλος του γκρεμού, αλλά, αν το ένιωθαν κι αυτοί, τότε ήταν αληθινό· ένα άλλο μέρος του εαυτού της παρακαλούσε να ήταν αυτή η αίσθηση γέννημα της φαντασίας της. Κάτι γαργαλούσε τις γωνιές του μυαλού της, όπως όταν άκουγε τον άνεμο, αλλά τώρα ήξερε ότι αυτό το γαργαλητό είχε να κάνει με τη Μία Δύναμη· δεν ήθελε να αγκαλιάσει αυτές τις ρυτίδες στην άκρη της σκέψης της.
“Δεν είναι τίποτα”, είπε ο Λαν ήρεμα όταν τον ρώτησε. Καθώς μιλούσε, δεν την κοίταζε· τα μάτια του δεν έπαψαν να ψάχνουν γύρω τους. Έπειτα, αντιφάσκοντας με αυτό που μόλις είχε πει, πρόσθεσε, “Θα ’πρεπε να πας πίσω στους Δύο Ποταμούς, όταν φτάσουμε στην Ασπρογέφυρα και το Δρόμο του Κάεμλυν. Εδώ είναι πολύ επικίνδυνα. Όμως τίποτα δεν θα σε εμποδίσει να γυρίσεις πίσω”. Δεν είχε ξαναμιλήσει τόσο πολύ εκείνη τη μέρα.
“Είναι κι αυτή μέρος του Σχεδίου, Λαν”, τον έψεξε η Μουαραίν. Κι αυτή· κοίταζε αλλού. “Είναι ο Σκοτεινός, Νυνάβε. Η καταιγίδα μας άφησε... τουλάχιστον προς το παρόν”. Σήκωσε το χέρι, σαν να ήθελε να νιώσει τον αέρα, έπειτα το έτριψε ασυναίσθητα στο φόρεμα της, σαν να είχε αγγίξει βρωμιά. “Ακόμα παρακολουθεί, όμως” —αναστέναξε— “και το βλέμμα του είναι δυνατότερο. Όχι σ’ εμάς, αλλά στον κόσμο. Πόσο ακόμα, μέχρι να δυναμώσει αρκετά για να...”
Η Νυνάβε καμπούριασε τους ώμους· ξαφνικά της φάνηκε πως, σχεδόν, μπορούσε να νιώσει κάποιον να κοιτά την πλάτη της. Θα Προτιμούσε να μην είχε δώσει αυτή την εξήγηση η Μουαραίν.
Ο Λαν προχωρούσε για να ανιχνεύει την περιοχή μπροστά τους, πιο κάτω στο ποτάμι. Πριν, τη διαδρομή την επέλεγε αυτός· τώρα αυτό το έκανε η Μουαραίν, με μεγάλη σιγουριά, σαν να ακολουθούσε αόρατα ίχνη, χνάρια στον αέρα, την οσμή της μνήμης. Ο Λαν απλώς έλεγχε τη διαδρομή που προτιμούσε η Μουαραίν, για να δει αν ήταν ασφαλής. Η Νυνάβε είχε την αίσθηση ότι, ακόμα κι αν ο Λαν έλεγε πως ήταν επικίνδυνη, η Μουαραίν θα επέμενε να την ακολουθήσουν. Η Νυνάβε ήταν σίγουρη πως, ακόμα και τότε, ο Λαν θα πήγαινε. Θα κατέβαινε το ποτάμι ως...
Η Νυνάβε αναδύθηκε από τις σκέψεις της, έκπληκτη. Βρίσκονταν στην αρχή της Ασπρης Γέφυρας. Η χλωμή αψίδα έλαμπε στο φως του ήλιου· ήταν ένας γαλακτώδης ιστός αράχνης, ο οποίος δρασκέλιζε τον Αρινέλε, τόσο λεπτεπίλεπτος, που σίγουρα δεν μπορούσε να σταθεί μόνος του. Το βάρος ενός ανθρώπου θα τον σώριαζε, πόσο μάλλον το βάρος ενός αλόγου. Σίγουρα σε λίγο Θα κατέρρεε κάτω από το ίδιο του το βάρος.
Ο Λαν και η Μουαραίν προχώρησαν αμέριμνοι, πήραν τον λαμπερό, λευκό δρόμο και ανέβηκαν στη γέφυρα. Οι οπλές των αλόγων τους κουδούνιζαν, όχι σαν ατσάλι σε γυαλί, αλλά σαν ατσάλι σε ατσάλι. Η επιφάνεια της γέφυρας έμοιαζε λεία σαν γυαλί, σαν υγρό γυαλί, αλλά το βήμα των αλόγων ήταν σταθερό και σίγουρο.
Η Νυνάβε πίεσε τον εαυτό της να τους ακολουθήσει, αλλά περίμενε πως με το πρώτο βήμα ολόκληρη η κατασκευή θα γκρεμιζόταν κάτω από τα πόδια τους. Αν υπήρχε δαντέλα φτιαγμένη από γυαλί, σκέφτηκε, έτσι θα έμοιαζε.