Выбрать главу

Μόνο όταν την είχαν περάσει σχεδόν όλη πρόσεξε τη δριμεία μυρωδιά καπνίλας, που ήταν πηχτή στον αέρα. Μετά από μια στιγμή, το είδε.

Γύρω από την πλατεία που βρισκόταν στη βάση της Άσπρης Γέφυρας, πεντ’ έξι κτίρια είχαν γίνει σωροί από καρβουνιασμένα κούτσουρα, που ακόμα έβγαζαν καπνούς. Ανδρες με κακοφτίαγμένες κόκκινες στολές και θαμπές αρματωσιές περιπολούσαν στους δρόμους, αλλά προχωρούσαν γοργά, σαν να φοβούνταν μήπως βρουν τίποτα και έριχναν ματιές πάνω από τους ώμους τους. Οι κάτοικοι της πόλης — οι λίγοι που είχαν βγει — σχεδόν έτρεχαν, με τους ώμους καμπουριασμένους, σαν να τους κυνηγούσε κάτι.

Ο Λαν έδειχνε βλοσυρός, περισσότερο απ’ όσο συνήθως, και οι άνθρωποι απέφευγαν τους τρεις τους, ακόμα και οι στρατιώτες. Ο Πρόμαχος μύρισε τον αέρα και έκανε μια γκριμάτσα, μουγκρίζοντας χαμηλόφωνα. Της Νυνάβε δεν της φάνηκε παράξενο, αφού η καπνίλα ήταν ακόμα τόσο δυνατή.

“Ο Τροχός υφαίνει όπως ο Τροχός το Θέλει”, μουρμούρισε η Μουαραίν. “Κανένα μάτι δεν μπορεί να δει το Σχέδιο, μέχρι να υφανθεί”.

Κατέβηκε από την Αλντίμπ και έπιασε κουβέντα με τους ντόπιους. Δεν έκανε ερωτήσεις· πρόσφερε συμπόνια και, προς μεγάλη έκπληξη της Νυνάβε, έμοιαζε ειλικρινής. Άνθρωποι, που απέφευγαν τον Λαν και ήταν έτοιμοι να τρέξουν μακριά από κάθε ξένο, σταματούσαν για να μιλήσουν με τη Μουαραίν. Ξαφνιάζονταν και οι ίδιοι μ’ αυτό που έκαναν, αλλά ξανοίγονταν, με κάποιον τρόπο, μπροστά στο καθαρό βλέμμα και την παρηγορητική φωνή της Μουαραίν. Τα μάτια της Άες Σεντάι έμοιαζαν να μοιράζονται τον πόνο του κόσμου, να συμπονούν τη σύγχυση τους. Και η γλώσσα των άλλων μιλούσε.

Ακόμα κι έτσι, έλεγαν ψέματα, όμως. Οι πιο πολλοί. Μερικοί αρνούνταν ότι υπήρχε κανένα πρόβλημα. Δεν υπήρχε το παραμικρό πρόβλημα. Η Μουαραίν ανέφερε τα καμένα κτίρια γύρω από την πλατεία. Όλα ήταν μια χαρά, επέμειναν εκείνοι, κοιτάζοντας πέρα από αυτό που δεν ήθελαν να δουν.

Ένας απ’ αυτούς που ρώτησε ήταν ένας παχύς τύπος, που της απάντησε φαινομενικά εγκάρδια, αλλά το μάγουλο του έκανε συσπάσεις, όταν ακουγόταν θόρυβος πίσω του. Με χαμόγελό που εμφανιζόταν και εξαφανιζόταν, ισχυρίσθηκε πως μια αναποδογυρισμένη λάμπα είχε βάλει φωτιά, που είχε εξαπλωθεί με τον άνεμο πριν προλάβουν να κάνουν τίποτα. Η Νυνάβε, με μια ματιά, είδε ότι τα καμένα κτίρια ήταν μακριά το ένα από το άλλο.

Σχεδόν κάθε άνθρωπος είχε και τη δική του ιστορία. Αρκετές γυναίκες χαμήλωσαν τη φωνή συνωμοτικά. Η αλήθεια ήταν πως, κάπου στην πόλη, υπήρχε ένας άντρας που έπαιζε με τη Μία Δύναμη. Ήταν καιρός να φέρουν τις Άες Σεντάι· και μάλιστα κακώς δεν τις είχαν φέρει ήδη, αυτή ήταν η γνώμη τους, ό,τι κι αν έλεγαν οι άνδρες για την Ταρ Βάλον. Ας έρχονταν οι Άες Σεντάι να δώσουν λύση.

Ένας άνδρας ισχυρίσθηκε πως ήταν επίθεση ληστών και ένας άλλος πως ήταν ταραχές Σκοτεινόφιλων. “Ξέρεις, είναι εκείνοι που πάνε να δουν τον ψεύτικο Δράκοντα”, της εξομολογήθηκε με ζοφερό ύφος. “Βράζει ο τόπος από δαύτους. Σκοτεινόφιλοι, από τον πρώτο ως τον τελευταίο”.

Μερικοί άλλοι μίλησαν για φασαρίες —τι είδους φασαρίες, σ’ αυτό δεν ήταν σαφείς— που είχαν κατέβει το ποτάμι με ένα πλοίο.

“Τους δείξαμε”, μουρμούρισε ένας στενοπρόσωπος άνδρας, τρίβοντας τα χέρια του νευρικά. “Αυτά ας τα κάνουν στις Μεθόριους, που είναι η θέση τους. Κατεβήκαμε στο μόλο και-” Σταμάτησε να μιλά, τόσο απότομα, που τα δόντια του χτύπησαν μ’ ένα ξερό ήχο. Δίχως να πει άλλη λέξη το έβαλε στα πόδια, κοιτάζοντας τους πάνω από τον ώμο του, σαν να νόμιζε πως θα τον κυνηγούσαν.

Το πλοίο είχε ξεφύγει μια μέρα πριν — αυτό τελικά έγινε σαφές με τα λεγόμενα άλλων. Το πλήρωμα είχε κόψει τα σχοινιά, ενώ ο όχλος χιμούσε σας αποβάθρες και το πλοίο είχε αρχίσει να κατεβαίνει το ποτάμι. Η Νυνάβε αναρωτήθηκε, μήπως ήταν εκεί η Εγκουέν και τα αγόρια. Μια γυναίκα είχε πει πως στο πλοίο ήταν ένας Βάρδος. Αν ήταν ο Θομ Μέριλιν...

Είπε τη γνώμη της στη Μουαραίν, ότι μπορεί μερικά από τα παιδιά να το είχαν σκάσει μ’ αυτό το πλοίο. Η Άες Σεντάι την άκουσε υπομονετικά, νεύοντας, μέχρι να ολοκληρώσει.

“Ίσως”, είπε μετά η Μουαραίν, αλλά φαινόταν να αμφιβάλλει.

Ένα πανδοχείο έστεκε ακόμα στην πλατεία· ένας τοίχος που έφτανε στο ύψος των ώμων, χώριζε την κοινή αίθουσα στα δύο. Η Μουαραίν κοντοστάθηκε, καθώς έμπαινε στο πανδοχείο, ύψωσε το χέρι στον αέρα. Χαμογέλασε μ’ αυτό που ένιωσε, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν είπε τίποτα.

Έφαγαν το φαγητό τους μέσα σε σιωπή, όχι μόνο τη δική τους, αλλά ολόκληρης της κοινής αίθουσας. Οι λιγοστοί άνθρωποι που έτρωγαν εκεί πρόσεχαν τα πιάτα τους και ήταν βυθισμένοι στις σκέψεις τους. Ο πανδοχέας, που ξεσκόνιζε τραπέζια με την άκρη της ποδιάς του, μουρμούριζε συνεχώς μόνος του, αλλά τόσο χαμηλόφωνα, που δεν ακουγόταν. Η Νυνάβε σκέφτηκε πως δεν θα ήταν ευχάριστο να κοιμηθούν εκεί· ο φόβος ήταν διάχυτος στον αέρα.