Выбрать главу

Σκούπισαν τα πιάτα με τις τελευταίες μπουκιές τους και τα έσπρωξαν από μπροστά τους. Μετά από λίγο, ένας στρατιώτης με κόκκινη στολή φάνηκε στην είσοδο. Της Νυνάβε της φάνηκε εντυπωσιακός, με το μυτερό κράνος και το στιλβωμένο προστήθιο, ώσπου ο στρατιώτης έκανε ένα βήμα στην αίθουσα, ακουμπώντας το χέρι στη λαβή του σπαθιού με αυστηρή έκφραση και χαλάρωσε ΤΟ σφιχτό κολάρο με το δάχτυλό του. Της θύμισε τον Τσεν Μπούι, που προσπαθούσε να φερθεί όπως άρμοζε σε Σύμβουλο του Χωρίου.

Ο Λαν καταδέχθηκε να του ρίξει μια ματιά και ξεφύσηξε. “Πολιτοφυλακή. Άχρηστοι”.

Ο στρατιώτης κοίταξε την αίθουσα και το βλέμμα του σταμάτησε πάνω τους. Κοντοστάθηκε, έπειτα πήρε μια βαθιά ανάσα Και πλησίασε με βαρύ βήμα για να ρωτήσει επιτακτικά, μιλώντας με φούρια, ποιοι ήταν, τι δουλειές είχαν στην Ασπρογέφυρα και πόσο σκόπευαν να μείνουν.

“Φεύγουμε αμέσως μόλις τελειώσω τη μπύρα μου”, είπε ο Λαν. Ήπιε αργά άλλη μια γουλιά, πριν σηκώσει τα μάτια στον στρατιώτη. “Το Φως να φωτίζει την καλή Βασίλισσα Μοργκέις”.

Ο άνδρας με την κόκκινη στολή άνοιξε το στόμα, έπειτα κοίταξε Καλά τα μάτια του Λαν και έκανε ένα βήμα πίσω. Αμέσως συγκρατήθηκε, ρίχνοντας μια ματιά στη Μουαραίν και τη Νυνάβε. Η Νυνάβε, για μια στιγμή, σκέφτηκε πως θα έκανε κάτι ανόητο για να μην φανεί δειλός μπροστά σε δύο γυναίκες. Η εμπειρία της της έλεγε πως οι άνδρες συχνά ήταν βλάκες σ’ αυτό το ζήτημα. Αλλά Πολλά είχαν γίνει στην Ασπρογέφυρα· πολλή αβεβαιότητα είχε ξεχυθεί από τα βάθη του ανθρώπινου μυαλού. Ο πολιτοφύλακας κοίταξε πάλι τον Λαν και το ξανασκέφτηκε. Το σκληρό πρόσωπο του Λαν ήταν ανέκφραστο, μα υπήρχαν και κείνα τα ψυχρά γαλάζια μάτια. Τόσο ψυχρά.

Ο πολιτοφύλακας συμβιβάστηκε και του απάντησε μ’ ένα απότομο νεύμα. “Κανόνισε να φύγετε. Πολλοί ξένοι κυκλοφορούν τώρα τελευταία κι αυτό δεν είναι καλό για την ειρήνη της Βασίλισσας”. Έκανε στροφή επιτόπου και βγήκε πάλι με βροντερό βήμα, προσπαθώντας ταυτόχρονα να ξαναπάρει το αυστηρό βλέμμα. Οι ντόπιοι που ήταν στο πανδοχείο δεν φάνηκαν να προσέχουν τίποτα.

“Πού πάμε;” ρώτησε απαιτητική η Νυνάβε τον Πρόμαχο. Η ατμόσφαιρα της αίθουσας ήταν τέτοια, που την ανάγκασε να μιλήσει χαμηλόφωνα, αλλά ο τόνος της ήταν σταθερός. “Ακολουθούμε το πλοίο;”

Ο Λαν κοίταξε τη Μουαραίν, που κούνησε ελαφρά το κεφάλι της και είπε, “Πρώτα πρέπει να βρω εκείνον, που είμαι σίγουρη ότι θα βρω και προς το παρόν είναι κάπου στα βόρειά μας. Δεν νομίζω πάντως ότι οι άλλοι πήραν το πλοίο”. Ένα χαμογελάκι ικανοποίησης άνθισε στα χείλη της. “Ήταν σ’ αυτή την αίθουσα, ίσως πριν από μία μέρα, το πολύ δύο. Φοβόντουσαν, αλλά έφυγαν ζωντανοί. Το ίχνος τους δεν θα κρατούσε τόσο, αν δεν υπήρχε αυτό το δυνατό συναίσθημα”.

“Ποιοι δύο;” Η Νυνάβε έσκυψε πάνω από το τραπέζι με έξαψη. “Ξέρεις;” Η Άες Σεντάι κούνησε το κεφάλι, με μια κίνηση σχεδόν αδιόρατη και η Νυνάβε ξανάγειρε πίσω. “Αν είναι μόνο μία ή δύο μέρες μπροστά μας, γιατί δεν ψάχνουμε πρώτα γι’ αυτούς;”

“Ξέρω ότι ήταν εδώ”, είπε η Μουαραίν με την ανυπόφορα γαλήνια φωνή της, “αλλά πέρα απ’ αυτό δεν ξέρω αν πήγαν ανατολικά ή βόρεια ή νότια. Πιστεύω ότι είναι αρκετά έξυπνοι για να πάνε στα ανατολικά, προς το Κάεμλυν, αλλά δεν το ξέρω και δίχως τα δώρα τους δεν θα ξέρω πού είναι, αν δεν βρεθώ σε απόσταση περίπου μισού μιλίου. Σε δύο μέρες θα μπορούσαν να έχουν προχωρήσει είκοσι μίλια, ή σαράντα, προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, αν τους ωθούσε ο φόβος. Και όταν έφυγαν από εδώ ήταν σίγουρα φοβισμένοι”.

“Αλλά—”

“Σοφία, όσο και να φοβούνταν, προς οποιαδήποτε κατεύθυνση κι αν έτρεξαν, στο τέλος θα θυμηθούν το Κάεμλυν και θα τους βρω εκεί. Αλλά, πρώτα, θα βοηθήσω αυτόν που μπορώ να βρω τώρα”.

Η Νυνάβε ξανάνοιξε το στόμα, όμως ο Λαν την έκοψε με απαλή φωνή. “Είχαν λόγο να φοβούνται. Κοίταξε γύρω του, έπειτα χαμήλωσε τη φωνή του. “Από εδώ έχει περάσει Ημιάνθρωπος” Έκανε μια γκριμάτσα, όπως είχε κάνει στην πλατεία. “Ακόμα νιώθω την οσμή του παντού”.

Η Μουαραίν αναστέναξε. “Θα κρατήσω την ελπίδα μέχρι τέλους. Αρνούμαι να πιστέψω ότι ο Σκοτεινός μπορεί να νικήσει τόσο εύκολα. Θα τους βρω και τους τρεις σώους και αβλαβείς. Πρέπει να το πιστεύω αυτό”.

“Κι εγώ επίσης θέλω να βρω τα αγόρια”, ε£πε η Νυνάβε, “αλλά τι γίνεται με την Εγκουέν, Ποτέ δεν την αναφέρεις και με αγνοείς όταν ρωτάω. Νόμιζα ότι θα την έπαιρνες στην” —έριξε μια ματιά στα άλλα τραπέζια και χαμήλωσε τη φωνή της- “στην Ταρ Βάλον”.