Η Άες Σεντάι κοίταξε το τραπέζι για λίγο, πριν υψώσει το βλέμμα στη Νυνάβε και, όταν την κοίταξε, η Νυνάβε έγειρε πίσω για να αποφύγει τη θυμωμένη λάμψη των ματιών της Μουαραίν. Έπειτα όρθωσε το ανάστημά της, καθώς θύμωνε και η ίδια, αλλά, πριν πει λέξη, η Άες Σεντάι μίλησε με παγερό τόνο.
“Ελπίζω να βρω και την Εγκουέν σώα και αβλαβή. Όταν βρίσκω κοπέλες που έχουν τόση δύναμη, δεν συνηθίζω να τις εγκαταλείπω. Αλλά θα γίνει όπως ο Τροχός υφαίνει”.
Η Νυνάβε ένιωσε παγωνιά στην κοιλιά της. Είμαι από τις κοπέλες που δεν εγκαταλείπεις; Αυτό θα το δούμε, Άες Σεντάι. Που να σε κάψει το Φως, αυτό θα το δούμε!
Απόφαγαν μέσα στη σιωπή και ήταν σιωπηλοί οι τρεις που πέρασαν από τις πύλες και πήραν τον Δρόμο του Κάεμλυν. Τα μάτια της Μουαραίν έψαχναν τον ορίζοντα προς τα βορειοανατολικά. Πίσω χους ζάρωνε η γεμάτη καπνιά πόλη της Ασπρογέφυρας.
29
Μάτια Δίχως Οίκτο
Ο Ιλάυας τους ανάγκαζε να πάνε όσο πιο γρήγορα μπορούσαν στα καφετιά χορτάρια του κάμπου, σαν να ήθελε να αναπληρώσουν το χρόνο που είχαν χάσει με το Λαό των Ταξιδιωτών. Και ο ρυθμός που τους είχε βάλει, καθώς προχωρούσαν προς τα νότια, ήταν τέτοιος που, ακόμα και η Μπέλα ένιωθε ευγνωμοσύνη, όταν σταματούσαν με το σούρουπο. Όμως, παρά την επιθυμία του για ταχύτητα, τώρα έπαιρνε προφυλάξεις, τις οποίες δεν είχε πάρει πριν. Τη νύχτα άναβαν φωτιά μόνο αν υπήρχαν ήδη πεσμένα ξύλα και κλαριά στο χώμα. Δεν τους άφηνε να σπάσουν ούτε κλαράκι από δέντρο. Οι φωτιές που άναβε ήταν μικρές και πάντα τις έκρυβε σε ένα λάκκο που έσκαβε προσεκτικά, ξεκολλώντας κομμάτι του εδάφους με το πυκνό γρασίδι ακόμα πάνω του. Μόλις ετοίμαζαν το φαγητό, έθαβε τα κάρβουνα και ξανάβαζε το χαλί του γρασιδιού στη θέση του. Πριν ξεκινήσουν πάλι με το γκρίζο χάραμα της μέρας, έψαχνε το στρατόπεδό τους πόντο-πόντο, για να βεβαιωθεί ότι δεν είχαν αφήσει το παραμικρό ίχνος πίσω τους. Έφτανε στο σημείο να ορθώνει αναποδογυρισμένες πέτρες και να ισιώνει λυγισμένα χορτάρια. Όλα αυτά τα έκανε γρήγορα, σε μερικά λεπτά τα πολύ, αλλά δεν έφευγαν, αν δεν ήταν ικανοποιημένος.
Ο Πέριν δεν πίστεψε πως αυτές οι προφυλάξεις θα βοηθούσαν με τα όνειρά του, αλλά, όταν σκέφτηκε από τι θα τους προφύλασσαν, ευχήθηκε να είχε μονάχα τα όνειρά του. Την πρώτη φορά, η Εγκουέν ρώτησε ταραγμένη αν οι Τρόλοκ είχαν ξαναγυρίσει, όμως ο Ιλάυας απλώς κούνησε το κεφάλι και τους έσπρωξε να συνεχίσουν. Ο Πέριν δεν είπε τίποτα. Ήξερε πως δεν υπήρχαν Τρόλοκ κοντά· οι λύκοι μύρισαν μόνο γρασίδι και δέντρα και μικρά ζώα. Αυτό που ωθούσε τον Ιλάυας δεν ήταν ο φόβος των Τρόλοκ, αλλά κάτι άλλο, για το οποίο ακόμα και ο Ιλάυας δεν ήταν βέβαιος. Οι λύκοι δεν ήξεραν τι ήταν, αλλά ένιωσαν τη βιασύνη και την επιφυλακτικότητα του Ιλάυας και άρχισαν να ψάχνουν, λες και ο κίνδυνος τους ακολουθούσε από κοντά, ή ενέδρευε στην επόμενη πλαγιά.
Πιο πέρα στη διαδρομή τους υπήρχε μια σειρά από μακριές πλαγιές, που ανεβοκατέβαιναν σαν κύματα, τόσο χαμηλές, που δεν μπορούσαν να ονομαστούν λόφοι. Μπροστά τους απλωνόταν ένα χαλί από τραχύ γρασίδι, καμένο από το χειμώνα, με πυκνές συστάδες από αγριόχορτα εδώ κι εκεί, που το ρυτίδωνε ο ανατολικός άνεμος, που φυσούσε ανεμπόδιστος επί εκατό μίλια. Τα αλσύλλια άρχισαν να αραιώνουν. Ο ήλιος υψωνόταν απρόθυμα, δίχως ζεστασιά.
Όταν μπήκαν στις κοντές πλαγιές, ο Ιλάυας ακολουθούσε όσο ΤΟ δυνατόν περισσότερο τη διαμόρφωση του εδάφους και απέφευγε τις ραχοκορφές. Σπάνια άνοιγε το στόμα του κι όταν μιλούσε...
“Ξέρετε πόση ώρα χάνουμε να περνάμε γύρω απ’ όλους τους λόφους; Μα το αίμα και τις στάχτες! Ούτε το καλοκαίρι δεν θα γλιτώσω από σας. Όχι, δεν μπορούμε να πάμε ευθεία! Πόσες φορές πρέπει να το πω; Έχετε ιδέα, την παραμικρή ιδέα, πόσο καθαρά φαίνεται σε τέτοια περιοχή ένας άνθρωπος πάνω στην κορφή της πλαγιάς; Κάψε με, όσο προχωράμε μπροστά, άλλο τόσο προχωράμε πίσω και στο πλάι. Λες και είμαστε φίδια. Πιο γρήγορα θα πήγαινα με τα πόδια δεμένα. Τι θα γίνει, θα με κοιτάτε ή Θα περπατάτε;”
Ο Πέριν και η Εγκουέν κοιτάχτηκαν. Η Εγκουέν έδειξε τη γλώσσα της στην πλάτη του Ιλάυας. Δεν είπαν τίποτα. Μια φορά, η Εγκουέν είχε διαμαρτυρηθεί, λέγοντας ότι εκείνος που ήθελε να πηγαίνουν γύρω από τους λόφους ήταν ο Ιλάυας και άρα δεν έπρεπε να τους κατηγορεί. Το αποτέλεσμα ήταν να της αρχίσει το κήρυγμα για το πώς μεταδιδόταν ο ήχος, μιλώντας με βαριά φωνή, που σίγουρα θα ακουγόταν ακόμα και από ένα μίλι παραπέρα. Της τα έψαλε μιλώντας πάνω από τον ώμο του, χωρίς να βραδύνει καν ΤΟ βήμα του.
Είτε ο Ιλάυας μιλούσε, είτε όχι, τα μάτια του έψαχναν παντού γύρω τους και μερικές φορές ατένιζαν, σαν να έβλεπε κάτι εκτός από το ξερό γρασίδι κάτω από τα πόδια τους. Ο Πέριν, πάντως, δεν διέκρινε τίποτα, ούτε και οι λύκοι. Οι ρυτίδες πληθύνονταν στο μέτωπο του Ιλάυας, αλλά ούτε εξηγούσε γιατί βιάζονταν, ούτε έλεγε τι φοβόταν πως τους κυνηγούσε.