Выбрать главу

Μερικές φορές έβρισκαν στη διαδρομή τους πλαγιές, που ήταν μακρύτερες από τις άλλες κι εκτείνονταν πολλά μίλια προς τα ανατολικά και τα δυτικά. Ακόμα και ο Ιλάυας συμφωνούσε πως θα έβγαιναν μακριά από το δρόμο τους, αν τις παρέκαμπταν. Όμως δεν άφηνε απλώς να τις διασχίσουν. Τους άφηνε στα ριζά της πλαγιάς, ανέβαινε έρποντας με την κοιλιά, κοίταζε από την άλλη μεριά, επιφυλακτικά, σαν να μην είχαν ερευνήσει την περιοχή οι λύκοι πριν δέκα λεπτά. Οι άλλοι περίμεναν στην αρχή της πλαγιάς, τα λεπτά έμοιαζαν με ώρες και τους ενοχλούσε το ότι δεν ήξεραν. Η Εγκουέν δάγκωνε το χείλος της και έπαιζε ασυναίσθητα με τις χάντρες που της είχε δώσει ο Άραμ. Ο Πέριν περίμενε υπομονετικά. Το στομάχι του γινόταν κόμπος, αλλά κατάφερνε να δείχνει ήρεμος, κατάφερνε να κρύβει την ταραχή που τον έτρωγε.

Οι λύκοι θα μας προειδοποιήσουν, αν υπάρχει κίνδυνος. Θα ήταν υπέροχο αν έφευγαν, αν εξαφανίζονταν, αλλά τώρα... τώρα, θα μας προειδοποιήσουν. Τι κοπάζει; Τι;

Μετά από αρκετή έρευνα, έχοντας σηκώσει μόνο τα μάτια πάνω από την κορφή, ο Ιλάυας τους έκανε νόημα να πλησιάσουν. Κάθε φορά ο δρόμος ήταν ελεύθερος — μέχρι την επόμενη πλαγιά που θα τους έκλεινε. Στην τρίτη που βρήκαν, ο Πέριν κατάλαβε το στομάχι του να διαμαρτύρεται. Ένιωσε την ξινίλα να ανηφορίζει το λαρύγγι του και ήξερε ότι, αν περίμενε έστω και πέντε λεπτά, θα έκανε εμετό. “Θα...” Κατάπιε το σάλιο του. “Θα έρθω κι εγώ”.

“Χαμηλά το κεφάλι”, ήταν το μόνο που είπε ο Ιλάυας.

Μόλις μίλησε, η Εγκουέν κατέβηκε μ’ έναν πήδο από την Μπέλα.

Ο γουνοφορεμένος άνδρας χαμήλωσε το στρογγυλό καπέλο του και την κοίταξε κάτω από το γείσο. “Θα βάλεις τη φοράδα να συρθεί χάμω;” είπε ξερά.

Το στόμα της Εγκουέν ανοιγόκλεισε, αλλά δεν ακούστηκε κανένας ήχος. Τελικά σήκωσε τους ώμους και ο Ιλάυας έστριψε δίχως άλλη κουβέντα και άρχισε να ανεβαίνει την πλαγιά, που δεν ήταν πολύ απότομη. Ο Πέριν έτρεξε πίσω του.

Αρκετά πριν φτάσουν στην κορυφή, ο Ιλάυας ρίχτηκε κατάχαμα και σύρθηκε στα τελευταία μέτρα. Ο Πέριν έπεσε μπρούμυτα.

Στην κορυφή, ο Ιλάυας έβγαλε το καπέλο, πριν υψώσει το Κεφάλι αργά. Ο Πέριν, κοιτάζοντας μέσα από τα αγκαθωτά χαμόκλαδα, είδε μόνο τις ίδιες κυματιστές πλαγιές που είχαν και πίσω τους. Η κατηφόρα της πλαγιάς ήταν γυμνή, αν και στο λάκκωμα υπήρχε μια συστάδα δέντρων πλάτους εκατό απλωσιών, ίσως μισό μίλι πιο νότια από την πλαγιά. Οι λύκοι είχαν ήδη περάσει από κει και δεν είχαν μυρίσει ίχνος από Τρόλοκ ή Μυρντράαλ.

Απ’ ό,τι διέκρινε ο Πέριν, προς τα ανατολικά και τα δυτικά η περιοχή ήταν ίδια, ράχες σαν κύματα, γρασίδι και αραιές συστάδες. Τίποτα δεν σάλευε. Οι λύκοι ήταν ένα μίλι πιο μπροστά, δεν φαίνονταν από αυτή την απόσταση, μόλις που μπορούσε να τους νιώσει. Δεν είχαν δει τίποτα, όταν είχαν ερευνήσει αυτό το σημείο. Τι ψάχνει; Δεν έχει τίποτα εδώ.

“Χασομεράμε”, είπε, έκανε να σηκωθεί κι ένα σμήνος κορακιών ξεχύθηκε από τα δέντρα πιο κάτω, πενήντα, εκατό μαύρα πουλιά που έγραφαν κύκλους στον ουρανό. Πάγωσε μισογονατισμένος, καθώς στριφογυρνούσαν πάνω από τα δέντρα. Τα Μάπα τον Σκοτεινού. Με είδαν; Ιδρώτας κύλησε στο πρόσωπό του.

Σαν να είχε γεννηθεί η ίδια ιδέα σε εκατό μικρούλικα μυαλά, όλα τα κοράκια όρμησαν ακαριαία στην ίδια κατεύθυνση. Νότια. Το σμήνος εξαφανίστηκε πέρα από την επόμενη πλαγιά, με καθοδική πορεία. Στα ανατολικά, άλλη μια συστάδα ξέρασε κι άλλα κοράκια. Η μαύρη μάζα πέταξε σε κύκλο δυο φορές και στράφηκε προς τα νότια.

Ο Πέριν, τρέμοντας, έπεσε αργά στο χώμα. Προσπάθησε να μιλήσει, αλλά το στόμα του ήταν κατάξερο. Μετά από ένα λεπτό, Κατάφερε να βρει λίγο σάλιο. “Αυτό φοβόσουν; Γιατί δεν είπες τίποτα; Γατί δεν τα είδαν οι λύκοι;”

“Οι λύκοι δεν συνηθίζουν να κοιτάζουν στα δέντρα”, μούγκρισε ο Ιλάυας. “Αλλά όχι, δεν έψαχνα γι’ αυτό. Σου είπα, δεν ήξερα τι...”

Μακριά, στα δυτικά, ένα μαύρο σύννεφο υψώθηκε πάνω από άλλο ένα αλσύλλιο και τράβηξε προς το νότο. Ήταν μακριά και τα πουλιά δεν φαινόταν. “Δεν είναι μεγάλο σμήνος, δόξα στο Φως. Δεν ξέρουν. Ακόμα και μετά από...” Γύρισε και κοίταξε το δρόμο απ’ όπου είχαν έρθει.

Ο Πέριν ξεροκατάπιε. Ακόμα και μετά το όνειρο, αυτό εννοούσε ο Ιλάυας. “Δεν είναι μεγάλο;” είπε. “Στην πατρίδα, όλο το χρόνο δεν βλέπεις τόσα κοράκια”.

Ο Ιλάυας κούνησε το κεφάλι. “Στις Μεθόριους είδα σμήνη με χίλια κοράκια. Όχι συχνά ―εκεί έχουν επικηρύξει τα κοράκια- αλλά συμβαίνει”. Ακόμα κοίταζε νότια. “Σώπα τώρα”.

Τότε ο Πέριν το ένιωσε· ήταν η προσπάθεια να φτάσει τους μακρινούς λύκους. Ο Ιλάυας ήθελε από τη Σταχτιά και τους συντρόφους της να σταματήσουν την ανίχνευση, να γυρίσουν γρήγορα πίσω και να ερευνήσουν το δρόμο πίσω τους. Το πρόσωπό του, ήδη λιπόσαρκο, σφίχτηκε και τεντώθηκε από τον κόπο. Οι λύκοι ήταν τόσο μακριά, που ο Πέριν δεν τους ένιωθε καν. Βιαστείτε. Κοιτάτε τον ουρανό. Βιαστείτε.