Ο Πέριν έπιασε αμυδρά την απάντηση, που ήρθε από μακριά στο νότο. Ερχόμαστε. Μια εικόνα φάνηκε στο νου του —λύκοι που έτρεχαν με τις μουσούδες υψωμένες στον αέρα, που έτρεχαν σαν να τους κυνηγούσε πυρκαγιά στα χόρτα πίσω τους, που έτρεχαν— και χάθηκε την ίδια στιγμή.
“Νομίζεις ότι υπάρχουν κι άλλα κοράκια πίσω μας;” ρώτησε ο Πέριν.
“Μπορεί”, είπε αόριστα ο Ιλάυας. “Έτσι κάνουν μερικές φορές. Ξέρω ένα μέρος, αν το φτάσουμε πριν νυχτώσει. Πρέπει να συνεχίσουμε να προχωρούμε μέχρι να σκοτεινιάσει, έστω κι αν δεν το φτάσουμε, μα δεν μπορούμε να πάμε όσο γρήγορα θα ήθελα. Δεν πρέπει να πλησιάσουμε τα κοράκια που είναι μπροστά μας. Αλλά, αν είναι και πίσω μας...”
“Μέχρι να σκοτεινιάσει;” είπε ο Πέριν. “Τι μέρος; Κάπου που θα είμαστε ασφαλείς από τα κοράκια;”
“Ασφαλείς από τα κοράκια”, είπε ο Ιλάυας, “μα πολλοί άνθρωποι ξέρουν... Τα κοράκια τη νύχτα κουρνιάζουν. Δεν θα φοβόμαστε μήπως μας βρουν στο σκοτάδι. Ας δώσει το Φως να είναι τα κοράκια η μόνη μας έγνοια”. Έριξε άλλη μια ματιά πέρα από την πλαγιά, σηκώθηκε και έκανε νόημα στην Εγκουέν να φέρει την Μπέλα. “Αλλά το σκοτάδι αργεί πολύ ακόμα. Πρέπει να προχωρήσουμε”. Κατηφόρισε την πλαγιά, τρέχοντας και παραπατώντας, πέφτοντας σχεδόν με την κάθε δρασκελιά. “Ελάτε, που να καείτε!”
Ο Πέριν τον ακολούθησε, τρέχοντας, γλιστρώντας.
Η Εγκουέν πέρασε την κορυφή της ράχης πίσω τους, κλώτσησε την Μπέλα για να την κάνει να τρέξει. Ένα πλατύ χαμόγελο ανακούφισης φάνηκε στο πρόσωπο της όταν τους είδε. “Τι έγινε;” φώναξε, πιέζοντας τη δασύτριχη φοράδα για να τους προφτάσει. “Έτσι που χαθήκατε, σκέφτηκα— Τι έγινε;”
Ο Πέριν έτρεχε και δεν σπατάλησε την ανάσα του για να της απαντήσει από μακριά. Όταν τους έφτασε, της εξήγησε για τα κοράκια και το ασφαλές μέρος που είχε πει ο Ιλάυας, αλλά είπε την ιστορία μπερδεμένα. Η Εγκουέν αναφώνησε πνιχτά, “Κοράκια!”, και τον διέκοπτε με ερωτήσεις για τις οποίες συχνά αυτός δεν είχε απαντήσεις. Μ’ αυτό τον τρόπο, τελείωσε την ιστορία μόνο όταν έφτασαν στην άλλη πλαγιά.
Κανονικά ―αν υπήρχε κάτι κανονικό σ’ αυτό το ταξίδι― θα έκαναν το γύρο αυτής της πλαγιάς, αντί να την ανεβούν, αλλά ο Ιλάυας επέμεινε να την ερευνήσουν.
“Θέλεις να βγεις και να σκοντάψεις πάνω στο σμήνος, αγόρι μου;” σχολίασε με ξινό ύφος.
Κοίταξε την κορυφή της πλαγιάς, γλείφοντας τα χείλη. Έμοιαζε σαν να ήθελε ταυτοχρόνως και να πάει με τον Ιλάυας και να μείνει εκεί που ήταν. Ο Ιλάυας ήταν ο μόνος που δεν έδειχνε τον παραμικρό δισταγμό.
Ο Πέριν αναρωτήθηκε, αν τα κοράκια θα ξανάκαναν την ίδια διαδρομή. Θα ήταν μεγάλη ατυχία, αν η ομάδα έφτανε στην κορυφή την ίδια στιγμή με ένα σμήνος κορακιών.
Όταν έφτασε στην κορυφή, σήκωσε σιγά σιγά το κεφάλι για να δει και αναστέναξε με ανακούφιση, βλέποντας ότι το μόνο που υπήρχε ήταν μια συστάδα δέντρων, κάπως προς τα δυτικά. Πουθενά δεν φαίνονταν κοράκια. Ξαφνικά, μια αλεπού πετάχτηκε από τα δέντρα, τρέχοντας γοργά. Κοράκια χύθηκαν από τα κλαριά ξοπίσω της. Το φτεροκόπημά τους σχεδόν έπνιγε το απελπισμένο αλύχτημα της αλεπούς. Ένας μαύρος ανεμοστρόβιλος βούτηξε και στροβιλίστηκε γύρω της. Τα σαγόνια της αλεπούς ανοιγόκλεισαν, αλλά τα κοράκια πλησίαζαν και έφευγαν ανέγγιχτα· τα μαύρα ράμφη τους γυάλιζαν υγρά. Η αλεπού έστριψε προς τα δέντρα, αναζητώντας την ασφάλεια της φωλιάς της. Τώρα έτρεχε αδέξια, το κεφάλι της ήταν χαμηλωμένο, η γούνα σκούρα και ματωμένη και τα κοράκια φτερούγιζαν γύρω της όλο και περισσότερα και η πεταριστή μάζα πύκνωσε, ώσπου έκρυψε τελείως την αλεπού. Τα κοράκια υψώθηκαν, ξαφνικά, όπως είχαν έρθει, γύρισαν και χάθηκαν πέρα από την επόμενη πλαγιά, προς το νότο. Ένας άμορφος κόμπος σχισμένης γούνας έδειχνε το σημείο που πριν ήταν η αλεπού.
Ο Πέριν ξεροκατάπιε. Φως μου! Το ίδιο θα μπορούσαν να κάνουν και σε μας. Εκατό κοράκια. Θα μπορούσαν να—
“Κουνηθείτε”, μούγκρισε ο Ιλάυας, και πήδηξε όρθιος. Έκανε νόημα στην Εγκουέν να έρθει και χωρίς να περιμένει έτρεξε προς τα δέντρα. Δεν υπήρχε χρόνος για εξηγήσεις, αλλά το βλέμμα της έπιασε αμέσως την αλεπού. Το πρόσωπό της άσπρισε σαν χαρτί.
Ο Ιλάυας έφτασε στα δέντρα και σταμάτησε εκεί, στην άκρη της συστάδας, έστριψε προς το μέρος των δύο τους και άρχισε να κουνά άγρια τα χέρια του για να τους κάνει να βιαστούν. Ο Πέριν προσπάθησε να τρέξει πιο γρήγορα και σκόνταψε. Ανέμισε τα χέρια, κατάφερε να ξαναβρεί την ισορροπία του, αντί να πέσει με τα μούτρα στο χώμα. Μα το αίμα και ης στάχτες! Τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ!