Ένα μοναχικό κοράκι τινάχτηκε από τη συστάδα. Τους πλησίασε, τσίριξε και έστριψε προς το νότο. Ο Πέριν, ξέροντας ότι ήταν ήδη αργά, έχωσε τα χέρια στα ρούχα του για να βγάλει τη σφεντόνα που είχε τυλίξει στη μέση του. Ακόμα πάσχιζε να βγάλει μια πέτρα από την τσέπη του και να τη βάλει στη σφεντόνα, όταν το κοράκι ξαφνικά, όπως πετούσε, διπλώθηκε στα δύο και έπεσε στο έδαφος. Ο Πέριν έμεινε με το στόμα ανοιχτό και ύστερα είδε τη σφεντόνα να κρέμεται από το χέρι της Εγκουέν. Τον κοίταξε χαμογελώντας, τρέμοντας.
“Τι σταθήκατε, να χαζέψετε τα χορτάρια;” φώναξε ο Ιλάυας.
Ο Πέριν ξαφνιάστηκε και έτρεξε προς τα δέντρα, έπειτα πήδηξε στο πλάι για να μην τον τσαλαπατήσουν η Εγκουέν και η Μπέλα.
Προς τα δυτικά, τόσο μακριά που με δυσκολία φαινόταν, κάτι που έμοιαζε με μαύρη ομίχλη υψώθηκε στον αέρα. Ο Πέριν ένιωσε τους λύκους να περνούν από κείνη την κατεύθυνση, πηγαίνοντας προς το βορρά. Τους ένιωσε που πρόσεξαν τα κοράκια στα δεξιά και τα αριστερά τους, χωρίς να σταματήσουν. Η σκοτεινή ομίχλη στροβιλίστηκε και πήγε προς τα βόρεια, σαν να καταδίωκε τους λύκους, έπειτα σταμάτησε ξαφνικά και χίμηξε προς το νότο.
“Λες να μας είδαν;” ρώτησε η Εγκουέν. “Πρέπει να είχαμε φτάσει σα δέντρα, ε; Δεν θα μας έβλεπαν από τόση απόσταση. Θα μας έβλεπαν; Από τόσο μακριά”.
“Εμείς τα είδαμε από αυτή την απόσταση”, είπε ξερά ο Ιλάυας. Ο Πέριν έσυρε τα πόδια αμήχανος και η Εγκουέν ανάσανε βαθιά, φοβισμένη. “Αν μας είχαν δει”, μούγκρισε ο Ιλάυας, “θα είχαν πέσει πάνω μας, όπως στην αλεπού. Βάλτε το μυαλό σας να δουλέψει, αν θέλετε να ζήσετε. Ο φόβος θα σας σκοτώσει, αν δεν τον κουμαντάρετε”. Τους έριξε μια διαπεραστική ματιά, πρώτα τον ένα και μετά την άλλη. Στο τέλος ένευσε. “Έφυγαν και πρέπει να φύγουμε κι εμείς. Έχετε έτοιμες τις σφεντόνες. Μπορεί να ξαναχρειαστούν”.
Καθώς έβγαιναν από τη συστάδα, ο Ιλάυας τους οδήγησε δυτικότερα από τη γενική πορεία που ακολουθούσαν ως εκεί. Η ανάσα του Πέριν σκάλωνε στο λαιμό του· έτρεχαν λες και κυνηγούσαν τα τελευταία κοράκια που είχαν δει. Ο Ιλάυας συνέχιζε ακούραστος και δεν είχαν άλλη επιλογή, παρά να ακολουθήσουν. Στο κάτω-κάτω, ο Ιλάυας ήξερε ένα ασφαλές μέρος. Κάπου. Έτσι έλεγε.
Έτρεξαν ως τον επόμενο λόγγο, περίμεναν να απομακρυνθούν τα κοράκια, ξανάτρεξαν, περίμεναν, έτρεξαν. Ο σταθερός ρυθμός του ταξιδιού τους ήταν ήδη κουραστικός, όμως αυτό το ακανόνιστο τρέξιμο ήταν εξαντλητικό για όλους, εκτός από τον Ιλάυας. Ο Πέριν φούσκωνε και λαχάνιαζε και ρουφούσε άπληστα τον αέρα, όταν είχε μερικά λεπτά για να ξαπλώσει στην κορυφή κάποιου λόφου, αφήνοντας τον Ιλάυας να ερευνά. Η Μπέλα, σε κάθε στάση τους, στεκόταν με το κεφάλι χαμηλωμένο και τα ρουθούνια να ανοιγοκλείνουν. Τους έδερνε ο φόβος και ο Πέριν δεν ήξερε αν τον κουμάνταρε η όχι. Το μόνο που ευχόταν ήταν να τους έλεγαν οι λύκοι τι υπήρχε πίσω τους, αν υπήρχε κάτι, ό,τι κι αν ήταν.
Μπροστά υπήρχαν περισσότερα κοράκια απ’ όσα περίμενε να δει ποτέ του ο Πέριν. Στα αριστερά και τα δεξιά, τα μαύρα πουλιά απλώνονταν σαν σύννεφο, πετώντας προς το νότο. Πάνω από δέκα φορές η ομάδα έφτασε στην κρυψώνα ενός αλσυλλίου, ή στο αβέβαιο καταφύγιο μιας πλαγιάς, λίγα μόνο λεπτά πριν ανέβουν τα κοράκια στον ουρανό. Μια φορά, όταν ο ήλιος είχε αρχίσει να κατεβαίνει μετά το μεσημέρι, στάθηκαν στ’ ανοιχτά, παγωμένοι σαν αγάλματα, μισό μίλι από την κοντινότερη κρυψώνα, ενώ εκατό φτερωτοί κατάσκοποι του Σκοτεινού περνούσαν ένα μίλι μονάχα μακριά, προς τα ανατολικά. Ο ιδρώτας, παρά τον άνεμο, κυλούσε στο πρόσωπο του Πέριν, ώσπου και η τελευταία μαύρη μορφή έγινε μια κουκκίδα που χάθηκε. Στο τέλος, είχαν ρίξει τόσα κοράκια με τις σφεντόνες τους που είχε χάσει το μέτρημα.
Υπήρχαν αρκετές ενδείξεις στο δρόμο των κορακιών, που δικαιολογούσαν το φόβο του. Είχε κοιτάξει, συνεπαρμένος και αηδιασμένος, ένα λαγό που τον είχαν ξεσχίσει. Το κεφάλι, δίχως μάτια, στεκόταν όρθιο, ενώ τα άλλα μέρη του —πόδια, εντόσθια― ήταν μαζεμένα, σχεδόν σε κύκλο, γύρω του. Και πουλιά, επίσης, κατατρυπημένα, που είχαν γίνει άμορφες μάζες φτερών. Και άλλες δύο αλεπούδες.
Θυμήθηκε κάτι που είχε πει ο Λαν. Όλα τα πλάσματα του Σκοτεινού απολάμβαναν να σκοτώνουν. Η δύναμη του Σκοτεινού ήταν ο θάνατος. Και αν τους έβρισκαν τα κοράκια; Άσπλαχνα μάτια, που άστραφταν σαν μαύρες χάντρες. Κοφτερά ράμφη, που στροβιλίζονταν γύρω τους. Ράμφη μυτερά σαν βελόνες, που θα έχυναν αίμα. Ίσως όλα τα πουλιά ενός σμήνους; Μια αηδιαστική εικόνα φάνηκε στο νου του. Ένας όγκος κορακιών μεγάλος σαν λόφος, που γυρόφερναν σαν σκουλήκια, πολεμώντας για μερικά ματωμένα λείψανα.
Ξαφνικά, η εικόνα παρασύρθηκε από άλλες, που καθεμιά τους εμφανιζόταν καθαρή τη μια στιγμή και ύστερα στροβιλιζόταν και έδινε τη θέση της σε άλλη. Οι λύκοι είχαν βρει κοράκια στο βορρά. Πουλιά που τσίριζαν βουτούσαν και στριφογυρνούσαν και βουτούσαν ξανά και έχυναν αίμα με κάθε κατάδυση. Λύκοι που γρύλιζαν, ορμούσαν και πηδούσαν, πετιόνταν στον αέρα, ανοιγόκλειναν τα σαγόνια. Ο Πέριν γεύτηκε και ξαναγεύτηκε πούπουλα και τη βδελυρή γεύση των κορακιών, που έλιωναν ζωντανά στο στόμα των λύκων, ένιωσε τον πόνο των κοψιμάτων, που αιμορραγούσαν σ’ όλο του το κορμί, ένιωσε, με απόγνωση και δίχως παραίτηση, ότι ο κόπος του δεν αρκούσε. Ξαφνικά τα κοράκια απομακρύνθηκαν, διέγραψαν έναν κύκλο από πάνω, για ένα τελευταίο τσίριγμα οργής προς τους λύκους. Οι λύκοι δεν πέθαιναν εύκολα σαν τις αλεπούδες και είχαν μια αποστολή να φέρουν σε πέρας. Μ’ ένα τίναγμα μαύρων φτερών είχαν φύγει, αφήνοντας πίσω μερικά μαύρα πούπουλα να πέφτουν αργά στους νεκρούς τους. Ο άνεμος έγλειφε μια χαρακιά στο αριστερό μπροστινό του πόδι. Ένα μάτι του Άλτη είχε κάποιο πρόβλημα. Η Σταχτιά αγνόησε τον πόνο που ένιωθε, τους μάζεψε και άρχισαν ένα οδυνηρό τρέξιμο προς την κατεύθυνση που είχαν ακολουθήσει τα πουλιά. Οι γούνες τους ήταν λεκιασμένες από αίμα. Ερχόμαστε. Κίνδυνος έρχεται πριν από μας.