Ο Πέριν, τρέχοντας και παραπατώντας, αντάλλαξε μια ματιά με τον Ιλάυας. Τα κίτρινα μάτια του ήταν ανέκφραστα, μα το ήξερε. Δεν είπε τίποτα, απλώς κοίταξε τον Πέριν και περίμενε, ενώ έτρεχε με άνεση.
Περιμένει εμένα. Περιμένει να παραδεχτώ ότι νιώθω τους λύκους.
“Κοράκια”, είπε απρόθυμα ο Πέριν. “Πίσω μας”.
“Είχε δίκιο”, είπε η Εγκουέν. “Μπορείς να τους μιλάς”.
Ο Πέριν ένιωθε ότι τα πόδια του ήταν σαν κομμάτια σίδερο σε ξύλινους πασσάλους, αλλά προσπάθησε να τρέξει πιο γρήγορα. Μακάρι να μπορούσε να ξεφύγει από τα μάτια τους, να ξεφύγει από τα κοράκια, να ξεφύγει από τους λύκους, μα πάνω απ’ όλα, να ξεφύγει από τα μάτια της Εγκουέν, που τώρα ήξερε τι ήταν ο Πέριν. Τι είσαι; Μιασμένος, που να με τυφλώσει το Φως! Καταραμένος!
Το λαρύγγι του έκαιγε χειρότερα απ’ όταν ανάσαινε τον καπνό και την κάψα στο σιδεράδικο του αφέντη Λούχαν. Παραπάτησε και κρεμάστηκε από τον αναβολέα της Εγκουέν. Εκείνη κατέβηκε και τον ανάγκασε να ανέβει στη σέλα, παρά τις διαμαρτυρίες του. Δεν άργησε όμως να πιαστεί και η ίδια από τον αναβολέα, καθώς έτρεχε ανασηκώνοντας τις φούστες της με το άλλο χέρι, όπως δεν άργησε και ο Πέριν να ξεπεζέψει, ενώ τα γόνατα του έτρεμαν ακόμα. Αναγκάστηκε να τη σηκώσει ολόκληρη για να τη βάλει στη θέση του, αλλά ήταν τόσο κουρασμένη, που δεν μπορούσε να φέρει άλλες αντιρρήσεις.
Ο Ιλάυας δεν έκοβε ταχύτητα, τους παρακινούσε και τους πείραζε. Τους είχε μονίμως τόσο κοντά στα κοράκια που έψαχναν πηγαίνοντας προς το νότο, ώστε ο Πέριν πίστευε πως έφτανε ένα κοράκι να γυρίσει για να τους δει. “Εμπρός, που να καείτε! Λέτε ότι θα είστε πιο τυχεροί από την αλεπού, αν μας πιάσουν; Από κείνη την αλεπού, με τα σωθικά της στοιβαγμένα στο κεφάλι της;” Η Εγκουέν έγειρε από το άλογο και έκανε εμετό με αρκετό θόρυβο. “Ήξερα ότι το θυμάστε. Προχωρήστε λίγο ακόμα. Αυτό είναι όλο. Λίγο ακόμα. Που να καείτε, νόμιζα ότι εσείς οι νέοι έχετε αντοχή. Ότι δουλεύετε όλη μέρα και χορεύετε όλη νύχτα. Μου φαίνεται ότι κοιμάστε όλη τη μέρα και το βράδυ πάτε για ύπνο. Πάρτε τα πόδια σας!”
Αρχισαν να κατηφορίζουν τους λόφους μόλις εξαφανιζόταν και το τελευταίο κοράκι πέρα από τον επόμενο, και μετά τους κατέβαιναν, ενώ τα τελευταία ήταν ακόμα πάνω από την επόμενη λοφοκορφή. Ένα πουλί να κοιτάξει πίσω. Τα κοράκια έψαχναν στα ανατολικά και τα δυτικά, ενώ η ομάδα έτρεχε στα ανοιχτά ανάμεσα στους λόφους. Ένα πουλί να μας κοιτάζει, φτάνει.
Τα κοράκια πίσω τους πλησίαζαν γοργά. Η Σταχτιά και οι άλλοι λύκοι πήγαιναν από γύρω και έρχονταν, χωρίς να σταματήσουν για να γλείψουν τις πληγές τους, αλλά δεν χρειάζονταν δεύτερο μάθημα για να κοιτάζουν τον ουρανό. Πόσο κοντά; Πόση ώρα ακόμα; Οι λύκοι δεν είχαν την έννοια του χρόνου όπως οι άνθρωποι, δεν είχαν λόγο να διαιρέσουν τη μέρα σε ώρες. Οι εποχές, το φως και το σκοτάδι, αυτός ήταν ο χρόνος τους. Δεν είχαν ανάγκη για κάτι παραπάνω. Στο τέλος ο Πέριν κατάφερε να τους μεταδώσει μια εικόνα, που έδειχνε πού θα έστεκε ο ήλιος όταν τα κοράκια θα τους έφταναν από πίσω. Έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο του στον ήλιο που έδυε και έγλειψε τα χείλη με γλώσσα που είχε ξεραθεί. Σε μια ώρα τα κοράκια θα τους πρόφταιναν, ίσως και σε λιγότερο. Μια ώρα και ήθελε ακόμα δυο ώρες για να πέσει ο ήλιος, τουλάχιστον δύο μέχρι να σκοτεινιάσει.
Θα πεθάνουμε με το ηλιοβασίλεμα, σκέφτηκε, παραπατώντας καθώς έτρεχε. Θα τους πετσόκοβαν σαν την αλεπού. Άγγιξε το τσεκούρι του, έπειτα άπλωσε το χέρι στη σφεντόνα. Θα ήταν πιο χρήσιμη. Όμως όχι αρκετή. Δεν θα έκανε τίποτα μπροστά σε εκατό κοράκια, εκατό στόχους που θα χιμούσαν πέρα-δώθε, εκατό κοφτερά ράμφη.