Выбрать главу

“Είναι η σειρά σου να ανέβεις στη σέλα, Πέριν”, είπε κουρασμένη η Εγκουέν.

“Σε λίγο”, απάντησε αυτός λαχανιασμένος. “Αντέχω ακόμα μερικά μίλια”. Εκείνη ένευσε κι έμεινε στη σέλα. Είναι πράγματι κουρασμένη. Να της το πω; Ή να την αφήσω να πιστεύει άτι ακόμα έχουμε μια ευκαιρία για να ξεφύγουμε; μια ώρα ελπίδας, έστω και απελπισμένη, ή μια ώρα απελπισίας;

Ο Ιλάυας τον κοίταζε, χωρίς να λέει τίποτα. Πρέπει να ήξερε, μα δεν μιλούσε. Ο Πέριν κοίταξε πάλι την Εγκουέν και ανοιγόκλεισε τα μάτια για να μην κυλήσουν τα καυτά δάκριά του. Αγγιξε το τσεκούρι και αναρωτήθηκε αν είχε το θάρρος. Τα τελευταία λεπτά, όταν τα κοράκια θα έπεφταν πάνω τους, όταν κάθε ελπίδα θα είχε σβήσει, θα είχε το κουράγιο να τη γλιτώσει από το θάνατο της αλεπούς; Φως, δώσε μου δύναμη!.

Τα κοράκια μπροστά τους ξαφνικά φάνηκαν να εξαφανίζονται. Ο Πέριν ακόμα έβλεπε σκοτεινά, θολά σύννεφα, μακριά προς τα ανατολικά και τα δυτικά, αλλά μπροστά... τίποτα. Πού πήγαν; Φως μου, αν τα προσπεράσαμε...

Ξαφνικά, ένα ρίγος τον διέτρεξε, ένα παγωμένο, καθαρό γαργάλημα, σαν να είχε πέσει στο Νερό της Οινσπηγής μέσα στο καταχείμωνο. Κυμάτισε μέσα του και φάνηκε να παίρνει ένα μέρος της κούρασης του, ένα μέρος από τους πόνους τα πόδια και το κάψιμο στα πνευμόνια του. Άφησε πίσω... κάτι. Δεν ήξερε τι, μόνο ότι ένιωθε διαφορετικά. Σταμάτησε τρεκλίζοντας και κοίταξε γύρω του, φοβισμένος.

Ο Ιλάυας τον κοίταζε, τους κοίταζε όλους, με μια λάμψη στα μάτια. Ήξερε τι ήταν ―ο Πέριν ήταν σίγουρος- αλλά στεκόταν και τους κοίταζε.

Η Εγκουέν τράβηξε τα γκέμια της Μπέλας και κοίταξε γύρω αβέβαια, λίγο με απορία και λίγο με φόβο. “Είναι... παράξενο”, ψιθύρισε. “Νιώθω σαν να έχασα κάτι”. Ακόμα και η φοράδα είχε υψώσει το κεφάλι με προσμονή, ανοιγοκλείνοντας τα ρουθούνια, σαν να είχε μυρίσει την αχνή μυρωδιά φρεσκοκομμένου σανού.

“Τι... τι ήταν αυτό;” ρώτησε ο Πέριν.

Ο Ιλάυας ξαφνικά κακάρισε. Έσκυψε και ακούμπησε τα χέρια στα γόνατα, με τους ώμους να τρέμουν. “Ασφάλεια, να τι. Τα καταφέραμε, βλάκες. Κανένα κοράκι δεν περνά αυτή τη γραμμή... κανένα κοράκι απ’ αυτά που είναι τα μάτια του Σκοτεινού. Θα πρέπει να φέρουν Τρόλοκ και να τον αναγκάσουν να περάσει και για να γίνει αυτό θα πρέπει με τη σειρά του κάτι άγριο να πιέζει τον Μυρντράαλ για να αναγκάσει τον Τρόλοκ. Ούτε και οι Άες Σεντάι θέλουν να περάσουν. Η Μία Δύναμη δεν δουλεύει εδώ· δεν μπορούν να αγγίξουν την Αληθινή Πηγή. Δεν μπορούν καν να νιώσουν την Πηγή, είναι σαν να εξαφανίζεται. Είναι σαν να τις φαγουρίζει από μέσα. Τρέμουν, σαν να ’ταν εφτά μέρες μεθυσμένες. Είναι ασφάλεια”.

Απ’ ό,τι έβλεπε στην αρχή ο Πέριν, η περιοχή ήταν ίδια με τους χαμηλούς λόφους και τις πλαγιές που περνούσαν όλη τη μέρα. Έπειτα πρόσεξε χλωρά φύλλα στο γρασίδι· δεν ήταν πολλά και φαινόταν να μοχθούν, αλλά πουθενά αλλού δεν είχε δει έστω τόσα. Δεν μπορούσε να φανταστεί τι ήταν, αλλά υπήρχε... κάτι, σ’ αυτό το μέρος. Και κάτι σ’ αυτά που έλεγε ο Ιλάυας του είχε κεντρίσει τη μνήμη.

“Τι είναι;” ρώτησε η Εγκουέν. “Νιώθω... Τι είναι αυτό το μέρος; Μου φαίνεται ότι δεν μου αρέσει”.

“Ένα στέντιγκ”, βρυχήθηκε ο Ιλάυας. “Δεν ξέρετε τις ιστορίες; Φυσικά, τρεις χιλιάδες χρόνια έχει να φανεί εδώ Ογκιρανός, από το Τσάκισμα του Κόσμου, αλλά το στέντιγκ κάνει τον Ογκιρανό, όχι ο Ογκιρανός το στέντιγκ”.

“Απλός θρύλος”, ψέλλισε ο Πέριν. Στις ιστορίες, τα στέντιγκ ήταν πάντα παράδεισοι, μέρη για να κρυφτεί κανείς, είτε από Άες Σεντάι, είτε από πλάσματα του Πατέρα του Ψεύδους.

Ο Ιλάυας ίσιωσε το κορμί- αν και δεν ήταν ξεκούραστος, τίποτα πάνω του δεν έδειχνε πως έτρεχε σχεδόν όλη τη μέρα. “Ελάτε. Πάμε παραμέσα σ’ αυτό το θρύλο. Τα κοράκια δεν μπορούν να ακολουθήσουν, αλλά μπορούν να μας δουν, αν είμαστε κοντά στο χείλος και ίσως είναι τόσα, που να μπορούν να παρακολουθήσουν όλα τα σύνορα του στέντιγκ. Ας μας ψάχνουν από πέρα”.

Ο Πέριν ήθελε να μείνει εκεί που ήταν, μιας και τώρα που είχε σταματήσει, τα πόδια του έτρεμαν και του ζητούσαν να κάτσει ξαπλωμένος για καμιά βδομάδα. Η φρεσκάδα που είχε νιώσει ήταν παροδική· η κόπωση και οι πόνοι είχαν ξαναγυρίσει. Βίασε τον εαυτό του να κάνει ένα βήμα, άλλο ένα. Δεν ήταν εύκολο, μα συνέχισε. Η Εγκουέν τίναξε τα χαλινάρια για να ξεκινήσει η Μπέλα. Ο Ιλάυας έπιασε, δίχως κόπο, ένα τροχαδάκι και το σταμάτησε μόνο όταν φάνηκε πως οι άλλοι δεν τον προλάβαιναν, συνεχίζοντας μ’ ένα απλό περπάτημα. Αλλά γρήγορο περπάτημα.