Выбрать главу

“Γιατί να μην — μείνουμε εδώ;” είπε λαχανιασμένος ο Πέριν. Ανάπνεε από το στόμα και οι λέξεις έβγαιναν ανάμεσα σε βαθιές ανάσες, που του τράνταζαν το στέρνο. “Αν είναι στ’ αλήθεια— στέντιγκ. Θα είμαστε ασφαλείς. Δεν έχει Τρόλοκ. Ούτε Άες Σεντάι. Γιατί να μην — μείνουμε εδώ, μέχρι να τελειώσουν όλα;” Ίσως να μην έρχονται εδώ ούτε και οι λύκοι.

“Πόσον καιρό δηλαδή;” Ο Ιλάυας τον κοίταξε πάνω από τον ώμο του, υψώνοντας το φρύδι. “Τι θα τρώμε; Γρασίδι, σαν το άλογο; Εκτός αυτού, υπάρχουν κι άλλοι που ξέρουν αυτό το μέρος και τίποτα δεν εμποδίζει τους ανθρώπους να μπουν, ακόμα και τους χειρότερους. Και υπάρχει μόνο ένα μέρος που έχει ακόμα νερό”. Έσμιξε τα φρύδια κάπως ταραγμένος, έκανε έναν ολόκληρο κύκλο, κοιτάζοντας γύρω την περιοχή. ’Οταν τελείωσε, κούνησε το κεφάλι, μιλώντας μόνος του. Ο Πέριν τον ένιωσε να καλεί τους λύκους. Βιαστείτε. Βιαστείτε. “Θα διαλέξουμε ποιο κακό προτιμούμε και τα κοράκια είναι το σίγουρο. Ελάτε. Μόνο έναδυο μίλια ακόμα”.

Ο Πέριν, αν του περίσσευε ανάσα, θα βογκούσε.

Πελώριοι βράχοι άρχισαν να φαίνονται στους χαμηλούς λόφους, ακανόνιστοι όγκοι από γκρίζα πέτρα γεμάτη λειχήνες, μισοθαμμένοι στο χώμα, που μερικοί είχαν μέγεθος σπιτιού. Τους σκέπαζαν δίχτυα από βάτους και χαμηλοί θάμνοι τους μισόκρυβαν. Εδώ κι εκεί, ανάμεσα στο ξερό καφέ χρώμα των βάτων και των θάμνων, κάποιο χλωρό βλαστάρι ανήγγειλε πως το μέρος ήταν ξεχωριστό. Αυτό που είχε πληγώσει τη γη παραπέρα είχε βλάψει και αυτό τα μέρος, αλλά εδώ η πληγή δεν ήταν τόσο βαθιά.

Τελικά ανηφόρισαν με κόπο άλλη μια πλαγιά και στη βάση αυτού του λόφου βρισκόταν μια λιμνούλα. Με δυο δρασκελιές θα μπορούσαν να την περάσουν, αλλά ήταν αρκετά διαυγής και καθαρή, ώστε να δείχνει τον αμμώδη πυθμένα της σαν τζάμι. Ακόμα και ο Ιλάυας κατηφόρισε τρέχοντας την πλαγιά.

Ο Πέριν, όταν έφτασε στη λιμνούλα, έπεσε όλος μπρούμυτα στο χώμα και βούτηξε το κεφάλι του μέσα. Αμέσως τραβήχτηκε, στραβομουτσουνιάζοντας, τόσο παγωμένο ήταν το νερό, που ανάβλυζε από τα έγκατα της γης. Τίναξε το κεφάλι, και τα μακριά μαλλιά του έριξαν μια βροχή από σταγόνες. Η Εγκουέν χαμογέλασε πλατιά και του πέταξε νερά. Τα μάτια του Πέριν σοβάρεψαν. Εκείνη συννέφιασε και έκανε να μιλήσει, μα ο Πέριν ξανάχωσε το πρόσωπο στο νερό. Μην ρωτήσεις τώρα, μην εξηγήσεις ποτέ. Μια φωνούλα μέσα του τον πείραζε. Μα θα το έκανες, ε;

Τελικά ο Ιλάυας τους μάζεψε από τη λιμνούλα. “Αν θέλει κανείς να φάει, ας βάλει ένα χεράκι”.

Η Εγκουέν βοήθησε κεφάτα να ετοιμάσουν το λιτό δείπνο τους, γελώντας και κάνοντας αστεία. Το μόνο που είχε μείνει ήταν τυρί και ξεραμένο κρέας· δεν τους είχε δοθεί ευκαιρία να κυνηγήσουν. Τουλάχιστον, είχαν ακόμα τσάι. Ο Πέριν βοήθησε, μα ήταν σιωπηλός. Ένιωθε το βλέμμα της Εγκουέν πάνω του, έβλεπε την ανησυχία να μεγαλώνει στο πρόσωπό της, μα απέφευγε όσο μπορούσε τα μάτια της. Το γέλιο της έσβησε, τα αστεία της λιγόστεψαν και το καθένα ήταν πιο βεβιασμένο από το προηγούμενο. Ο Ιλάυας τους κοίταζε, χωρίς να λέει τίποτα. Η ατμόσφαιρα έγινε βαριά και μελαγχολική και έφαγαν σιωπηλοί. Ο ήλιος κοκκίνισε στα δυτικά και οι σκιές τους λέπτυναν και μάκρυναν.

Ούτε μια ώρα μέχρι να σκοτεινιάσει. Αν δεν ήταν το στέντιγκ, όλοι τώρα θα ήσασταν νεκροί, Θα την έσωνες; Θα την έκοβες σαν κλαρί; Τα κλαριά δεν αιμορραγούν, ε; Δεν ουρλιάζουν, δεν σε κοιτάζουν κατάματα ρωτώντας σε, γιατί;

Ο Πέριν κλείστηκε κι άλλο στον εαυτό του. Ένιωθε ότι κάτι γελούσε σε βάρος του, πίσω, βαθιά στο μυαλό του. Κάτι άσπλαχνο.

Δεν ήταν ο Σκοτεινός. Μακάρι να ήταν. Δεν ήταν ο Σκοτεινός· ήταν ο ίδιος.

Αυτή τη φορά ο Ιλάυας είχε καταπατήσει τον κανόνα του για τις φωτιές. Δεν υπήρχαν δέντρα, μα είχε σπάσει νεκρά κλωνάρια από τους θάμνους και είχε ανάψει τη φωτιά κόντρα σε ένα πελώριο αγκωνάρι, που ξεπρόβαλλε από τη λοφοπλαγιά. Ο Πέριν, κρίνοντας από τα στρώματα της καπνιάς που λέκιαζαν το βράχο, σκέφτηκε πως το σημείο πρέπει να το είχαν χρησιμοποιήσει πολλές γενιές ταξιδιωτών.

Το μέρος του μεγάλου βράχου, που ξεπρόβαλλε από το έδαφος, ήταν κάπως στρογγυλεμένο, με ένα απότομο κόψιμο στην πλευρά, όπου καφέ βρύα σκέπαζαν την τραχιά επιφάνεια. Ο Πέριν βρήκε πως τα διαβρωμένα αυλάκια και οι κοιλότητες του στρογγυλεμένου μέρους έμοιαζαν αλλόκοτα, αλλά ήταν βυθισμένος στη μελαγχολία του και δεν αναρωτήθηκε γι’ αυτό. Η Εγκουέν, όμως, τα εξέταζε καθώς έτρωγαν.

“Μοιάζει με μάτι”, είπε τελικά. Ο Πέριν βλεφάρισε. Πράγματι, έμοιαζε με μάτι, κάτω από την τόση καπνίλα.

“Είναι”, είπε ο Ιλάυας. Καθόταν με την πλάτη στη φωτιά και το βράχο, μελετώντας την περιοχή γύρω τους, ενώ μασούσε μια λωρίδα ξεραμένου κρέατος, που ήταν σκληρό σχεδόν σαν πετσί. “Το μάτι του Άρτουρ του Γερακόφτερου. Το μάτι του ίδιου του Υψηλού Βασιλιά. Να που κατέληξε όλη του η εξουσία και η δόξα”. Το είπε αφηρημένα. Ακόμα και ο τρόπος που μασούσε ήταν αφηρημένος· το βλέμμα και η προσοχή του ήταν στραμμένα στους λόφους.