“Του Άρτουρ του Γερακόφτερου!” αναφώνησε η Εγκουέν. “Με κοροϊδεύεις. Δεν είναι μάτι. Γιατί να σκαλίσει κανείς το μάτι του Γερακόφτερου σ’ έναν βράχο εδώ πέρα;”
Ο Ιλάυας έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο του, μουρμουρίζοντας, “Τι γράμματα μαθαίνουν τα πιτσιρίκια στα χωριά;” Ξεφύσηξε, άρχισε πάλι να ατενίζει την περιοχή, ενώ συνέχιζε να μιλά. “Ο Άρτουρ Πέντραγκ Τανρήαλ, ο Άρτουρ ο Γερακόφτερος, ο Υψηλός Βασιλιάς, ένωσε όλες τις χώρες, από τη Μεγάλη Μάστιγα ως τη Θάλασσα των Καταιγίδων, από τον Ωκεανό Άρυθ ως την Ερημιά του Άελ, ακόμα και μερικές πέρα από την Ερημιά. Μέχρι που έστειλε στρατό στην άλλη άκρη του Ωκεανού Άρυθ. Οι ιστορίες λένε πως κυβέρνησε ολόκληρο τον κόσμο, αλλά αυτό που κυβέρνησε, στ’ αλήθεια, ήταν αρκετό για κάθε πραγματικό άνθρωπο. Κι έφερε στη γη ειρήνη και δικαιοσύνη”.
“Όλοι ήταν ίσοι ενώπιον του νόμου”, είπε η Εγκουέν, “και κανένας δεν σήκωνε χέρι ενάντια σε άλλον”.
“Τουλάχιστον ξέρεις τις ιστορίες”. Ο Ιλάυας χασκογέλασε μ’ έναν πνιχτό ήχο. “Ο Άρτουρ ο Γερακόφτερος έφερε ειρήνη και δικαιοσύνη, αλλά τις έφερε δια πυρός και σιδήρου. Ένα παιδί μπορούσε να πάει ολομόναχο, κρατώντας ένα πουγκί χρυσάφι, από τον Ωκεανό Άρυθ ως τη Ραχοκοκαλιά του Κόσμου και να μην νιώσει φόβο ούτε στιγμή, αλλά η δικαιοσύνη του Υψηλού Βασιλιά ήταν σκληρή, σαν τούτο το βράχο, για εκείνους που προκαλούσαν την εξουσία του, ακόμα και αν την προκαλούσαν μόνο με την παρουσία τους, ή επειδή ο κόσμος απλώς νόμιζε πως την προκαλούσαν. Ο απλός λαός είχε ειρήνη και δικαιοσύνη και την κοιλιά γεμάτη, αλλά ο Άρτουρ είκοσι χρόνια πολιορκούσε την Ταρ Βάλον και είχε επικηρύξει με χίλιες χρυσές κορώνες το κεφάλι κάθε Άες Σεντάι”,
“Νόμιζα ότι δεν σου άρεσαν οι Άες Σεντάι”, είπε η Εγκουέν.
Ο Ιλάυας χαμογέλασε πικρόχολα. “Δεν έχει σημασία τι μου αρέσει, κορίτσι μου. Ο Άρτουρ ο Γερακόφτερος ήταν περήφανος κι ανόητος. Μια θεραπεύτρια Άες Σεντάι μπορούσε να τον σώσει, όταν είχε πέσει άρρωστος —ή ίσως να τον είχαν δηλητηριάσει, όπως λένε μερικοί- όμως όλες οι Άες Σεντάι ήταν μαντρωμένες μέσα στα Λαμπερά Τείχη και έβαζαν όλη τους τη Δύναμη για να συγκρατήσουν ένα στρατό, τόσο μεγάλο, που οι φωτιές του φώτιζαν τη νύχτα. Δεν άφηνε καμία τους να τον πλησιάσει, βέβαια. Όσο μισούσε τον Σκοτεινό, άλλο τόσο μισούσε τις Άες Σεντάι”.
Η Εγκουέν έσφιξε τα χείλη, αλλά, όταν μίλησε, το μόνο που είπε ήταν, “Τι σχέση έχουν όλα αυτά με το αν είναι ή δεν είναι αυτό το μάτι του Άρτουρ Γερακόφτερου;”
“Να τι, κορίτσι μου. Αφού υπήρχε ειρήνη, με εξαίρεση αυτά που γινόταν στην άλλη άκρη του ωκεανού, αφού, όπου πήγαινε, ο κόσμος τον ζητωκραύγαζε ―στ’ αλήθεια τον αγαπούσαν, βλέπεις· ήταν σκληρός, αλλά ποτέ με τους απλούς ανθρώπους— μ’ όλα αυτά αποφάσισε πως ήταν καιρός να φτιάξει δική του πρωτεύουσα. Μια καινούργια πόλη, που στο μυαλό των ανθρώπων δεν θα είχε καμία σχέση με παλιούς αγώνες και φατρίες και αντιπαλότητες. Εδώ θα την έχτιζε, στο κέντρο της στεριάς που την ορίζουν οι θάλασσες και η Ερημιά και η Μάστιγα. Εδώ, που καμία Άες Σεντάι δεν θα ερχόταν ποτέ ηθελημένα και δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη Δύναμη αν ερχόταν. Μια πρωτεύουσα που, κάποια μέρα, θα χάριζε στον κόσμο ειρήνη και δικαιοσύνη. Όταν άκουσαν τις εξαγγελίες οι απλοί άνθρωποι, πρόσφεραν χρήματα για να χτιστεί ένα μνημείο προς τιμήν του. Οι περισσότεροι τον έβλεπαν σαν να ήταν μόνο ένα σκαλί πιο κάτω από τον Δημιουργό. Ένα μικρό σκαλί. Χρειάστηκαν πέντε χρόνια για να το σμιλέψουν και να το φτιάξουν. Ένα άγαλμα του ίδιου του Γερακόφτερου, εκατό φορές πιο μεγάλο από αυτόν. Το ύψωσαν ακριβώς εδώ και η πόλη θα ανεγειρόταν γύρω του”.
“Ποτέ δεν υπήρξε πόλη εδώ”, είπε δύσπιστα η Εγκουέν. “Κάτι θα είχε απομείνει, αν υπήρχε. Κάτι”.
Ο Ιλάυας ένευσε, ατενίζοντας ακόμα την περιοχή— “Και πραγματικά δεν υπήρξε. Ο Γερακόφτερος πέθανε την ίδια μέρα που τελείωσε η κατασκευή του αγάλματος. Οι γιοι του και όσοι ήταν αίμα του πολέμησαν, για να δουν ποιος θα καθίσει στο θρόνο του Γερακόφτερου. Το άγαλμα έστεκε μόνο ανάμεσα στους λόφους. Γιοι, ανίψια, ξαδέρφια, όλοι πέθαναν και το αίμα του Γερακόφτερου χάθηκε από προσώπου γης — με εξαίρεση, ίσως, όσους πέρασαν τον Ωκεανό Άρυθ. Υπήρξαν και κάποιοι, που θα έσβηναν και την παραμικρή ανάμνησή του, αν μπορούσαν. Βιβλία κάηκαν, μόνο επειδή ανέφεραν το όνομά του. Στο τέλος, τίποτα δεν έμεινε απ’ αυτόν, παρά μόνο οι ιστορίες και οι περισσότερες ήταν λάθος. Να τι τέλος είχε η δόξα του.