“Φυσικά, οι μάχες δεν σταμάτησαν, επειδή ο Γερακόφτερος και η γενιά του είχαν πεθάνει. Υπήρχε ένας θρόνος για να κατακτηθεί και όλοι οι άρχοντες και οι αρχόντισσες που μπορούσαν να συγκεντρώσουν στρατιώτες τον ήθελαν. Ήταν η αρχή του Εκατονταετούς Πολέμου. Στην πραγματικότητα κράτησε εκατόν είκοσι τρία χρόνια και το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας εκείνων των καιρών χάθηκε με τον καπνό των πόλεων που καίγονταν. Πολλοί πήραν ένα κομμάτι της γης, μα κανένας δεν την πήρε ολόκληρη και κάποια στιγμή εκείνα τα χρόνια γκρέμισαν το άγαλμα. Μπορεί να μην άντεχαν άλλο πια να μετριούνται μαζί του”.
“Στην αρχή μιλούσες σαν να τον αντιπαθούσες”, είπε η Εγκουέν, “και τώρα θα ’λεγε κανείς ότι τον θαυμάζεις”. Κούνησε το κεφάλι της.
Ο Ιλάυας γύρισε να την κοιτάξει, ανέκφραστα, δίχως ν’ ανοιγοκλείνει τα μάτια. “Αν θες κι άλλο τσάι, πιες τώρα. Θέλω να σβήσουμε τη φωτιά πριν σκοτεινιάσει”.
Ο Πέριν τώρα διέκρινε το μάτι καθαρά, παρά το φως που λιγόστευε. Ήταν μεγαλύτερο από κεφάλι ανθρώπου και οι σκιές που έπεφταν πάνω του το έκαναν να μοιάζει με μάτι κορακιού, σκληρό και μαύρο και άσπλαχνο. Ευχήθηκε να είχαν άλλο μέρος για να κοιμηθούν απόψε.
30
Παιδιά της Σκιάς
Η Εγκουέν καθόταν πλάι στη φωτιά, κοιτάζοντας το κομμάτι του αγάλματος, αλλά ο Πέριν κατέβηκε ως τη λιμνούλα για να μείνει μόνος. Η μέρα έσβηνε και ο άνεμος της νύχτας είχε αρχίσει να φυσά από τα ανατολικά, ταράζοντας την επιφάνεια του νερού. Ο Πέριν πήρε το τσεκούρι από τη θηλιά της ζώνης του και το γύρισε στα χέρια του. Η λαβή από ξύλο μελίας είχε μήκος όσο το μπράτσο του και ήταν λεία και δροσερή. Το μισούσε. Ντρεπόταν που καμάρωνε τόσο για το τσεκούρι, όταν ήταν στο Πεδίο του Έμοντ. Πριν καταλάβει τι ήταν πρόθυμος να κάνει μ’ αυτό.
“Τόσο πολύ τη μισείς;” ρώτησε ο Ιλάυας πίσω του.
Αναπήδησε ξαφνιασμένος και μισοσήκωσε το τσεκούρι πριν δει ποιος ήταν. “Μπορείς...; Μπορείς να διαβάσεις και το μυαλό μου; Σαν τους λύκους;”
Ο Ιλάυας έγειρε το κεφάλι και τον κοίταξε αινιγματικά. “Κι ένας τυφλός θα διάβαζε το πρόσωπό σου, αγόρι μου. Άντε, μίλα. Μισείς την καπέλα; Την αντιπαθείς; Αυτό είναι. Ήσουν έτοιμος να τη σκοτώσεις, επειδή πάντα σέρνει τα πόδια της, επειδή σε καθυστερεί με τα γυναικεία φερσίματά της”.
“Ο Εγκουέν ποτέ στη ζωή της δεν έσερνε τα πόδια της”, διαμαρτυρήθηκε ο Πέριν. “Πάντα κάνει τις δουλειές που της πέφτουν. Δεν την αντιπαθώ. Την αγαπάω”. Αγριοκοίταξε τον Ιλάυας, προκαλώντας τον να γελάσει. “Όχι έτσι. Εννοώ, δεν είναι σαν αδερφή μου, αλλά η Εγκουέν και ο Ραντ... Μα το αίμα και τις στάχτες! Αν μας έπιαναν τα κοράκια... Αν... Δεν ξέρω”.
“Ναν, ξέρεις. Αν είχε να διαλέξει πώς προτιμούσε να πεθάνει, τι λες να διάλεγε; Ένα γρήγορο χτύπημα του τσεκουριού σου, ή έτσι όπως πέθαναν τα ζώα που είδαμε σήμερα; Ξέρω τι θα διάλεγα εγώ”,
“Δεν έχω δικαίωμα να διαλέξω γι’ αυτήν. Δεν θα της το πεις, εντάξει; Που...” Τα χέρια του έσφιξαν τη λαβή του τσεκουριού· οι μύες των μπράτσων του φούσκωσαν, μύες βαριοί για την ηλικία του, φτιαγμένοι μετά από ατέλειωτες ώρες που ανεβοκατέβαζε το σφυρί στο σιδεράδικο του αφέντη Λούχαν. Για μια στιγμή του φάνηκε πως η χοντρή ξύλινη λαβή θα έσπαζε. “Το μισώ αυτό το καταραμένο τσεκούρι”, μούγκρισε. “Δεν ξέρω τι το θέλω, έτσι που το κρατάω και περπατώ καμαρωτός σαν βλάκας. Δεν θα μπορούσα να το κάνω, ξέρεις. Όταν όλα ήταν στα ψέματα, παιχνίδι, μπορούσα να κορδώνομαι και να υποκρίνομαι ότι...” Αναστέναξε, η φωνή του έσβησε. “Τώρα είναι αλλιώς. Δεν θέλω να το ξαναπιάσω ποτέ”.
“Θα το ξαναπιάσεις”.
Ο Πέριν σήκωσε το τσεκούρι για να το πετάξει στη λιμνούλα, αλλά ο Ιλάυας τον έπιασε από τον καρπό.
“Θα το ξαναπιάσεις, αγόρι μου και όσο το μισείς θα το χρησιμοποιείς πιο συνετά απ’ όσο οι περισσότεροι. Περίμενε. Αν ποτέ δεις ότι δεν το μισείς, τότε θα είναι η στιγμή να το πετάξεις μακριά και να τρέξεις από την άλλη μεριά”.
Ο Πέριν ζύγιασε το τσεκούρι στα χέρια του, νιώθοντας ακόμα τον πειρασμό να το αφήσει στη λιμνούλα. Αυτός εύκολα λέει να περιμένω. Αν περιμένω και μετά δεν μπορώ να το πετάξω;
Άνοιξε το στόμα να ρωτήσει τον Ιλάυας, αλλά δεν βγήκε ούτε λέξη. Ήταν ένα μήνυμα από τους λύκους, τόσο επείγον, που τα μάτια του θόλωσαν. Για μια στιγμή ξέχασε τι θα έλεγε, ξέχασε ότι θα έλεγε κάτι, ξέχασε ακόμα και πώς να μιλά, πώς να ανασαίνει. Το πρόσωπο του Ιλάυας είχε χαλαρώσει κι αυτό και τα μάτια του έμοιαζαν να κοιτάζουν προς τα μέσα, μακριά. Έπειτα χάθηκε, απότομα, όπως είχε έρθει. Είχε κρατήσει μόνο όσο ένα καρδιοχτύπι, αλλά ήταν αρκετό.
Ο Πέριν τινάχτηκε και πήρε μια βαθιά ανάσα. Ο Ιλάυας δεν στάθηκε καθόλου· μόλις το πέπλο τραβήχτηκε από τα μάτια του, έτρεξε στη φωτιά δίχως τον παραμικρό δισταγμό. Ο Πέριν έτρεξε σιωπηλός από πίσω του.