“Σβήσε τη φωτιά!” φώναξε βραχνά ο Ιλάυας στην Εγκουέν. Έκανε βιαστικά νοήματα και φάνηκε σαν να προσπαθούσε να φωνάξει ψιθυριστά. “Σβήσε την!”
Η Εγκουέν σηκώθηκε όρθια, τον κοίταξε αβέβαια και πλησίασε τη φωτιά, αλλά την πλησίασε αργά, προφανώς χωρίς να καταλαβαίνει τι συνέβαινε.
Ο Ιλάυας την προσπέρασε σπρώχνοντάς την, άρπαξε το κατσαρολάκι στο οποίο είχαν βράσει το τσάι, έβρισε επειδή τον έκαψε. Δεν σταμάτησε, όμως, αλλά αναποδογύρισε το καυτό σκεύος πάνω από τη φωτιά. Ο Πέριν ήταν ένα βήμα πίσω του κι όταν έφτασε κλώτσησε χώμα στα κάρβουνα, που τσίριζαν, ενώ το τσάι έπεφτε στη φωτιά βγάζοντας σύννεφα ατμού. Σταμάτησε μονάχα όταν έσβησε και η τελευταία φλόγα.
Ο Ιλάυας πέταξε το κατσαρολάκι στον Πέριν, που αμέσως το άφησε να πέσει με μια πνιχτή κραυγή. Ο Πέριν φύσηξε τα χέρια του, κοίταξε τον Ιλάυας σμίγοντας τα φρύδια, αλλά ο γουνοφορεμένος άνδρας έψαχνε βιαστικά με το βλέμμα το στρατόπεδο τους και δεν του έδωσε καμία σημασία.
“Δεν προλαβαίνουμε να κρύψουμε ότι κάποιος ήταν εδώ”, είπε ο Ιλάυας. “Θα πρέπει να βιαστούμε και να ελπίζουμε. Μπορεί να μην ασχοληθούν. Μα το αίμα και τις στάχτες κι ήμουν σίγουρος ότι ήταν τα κοράκια”.
Ο Πέριν σέλωσε γοργά την Μπέλα, κι έσκυψε να δέσει το λουρί της κοιλιάς, στηρίζοντας το τσεκούρι στο μηρό του.
“Τι είναι;” ρώτησε η Εγκουέν. Η φωνή της έτρεμε. “Τρόλοκ; Ξέθωρος;”
“Πηγαίνετε ανατολικά ή δυτικά”, είπε ο Ιλάυας στον Πέριν. V “Βρείτε μέρος να κρυφτείτε και θα έρθω μόλις μπορέσω. Αν δουν λύκο...” Έτρεξε να φύγει, σκύβοντας, σχεδόν, σαν να ήθελε να πάει στα τέσσερα και χάθηκε στις σκιές του δειλινού που μάκραιναν.
Η Εγκουέν μάζεψε βιαστικά τα πράγματά της, αλλά ξαναρώτησε τον Πέριν τι γινόταν, Ο τόνος της ήταν επίμονος και έδειχνε όλο και περισσότερο φόβο, όσο ο Πέριν έμενε αμίλητος. Κι αυτός επίσης φοβόταν, αλλά ο φόβος τους έκανε να πάνε πιο γρήγορα. Ο Πέριν περίμενε, ώσπου ξεκίνησαν προς τον ήλιο που έδυε. Με ελαφρό τροχασμό μπροστά από το άλογο της Εγκουέν, κρατώντας το τσεκούρι στο στήθος και με τα δύο χέρια, της είπε ό,τι ήξερε, μιλώντας πάνω από τον ώμο, αποσπασματικά, ενώ έψαχνε μέρος για να κρυφτούν και να περιμένουν τον Ιλάυας.
“Έρχονται έφιπποι, πολλοί. Ήρθαν πίσω από τους λύκους, χωρίς να τους δουν, τους λύκους. Πάνε προς τη λιμνούλα. Μάλλον δεν έχουν να κάνουν με μας· είναι το μόνο μέρος που υπάρχει νερό σ’ αυτή την περιοχή. Αλλά η Σταχτιά λέει...” Έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο του. Ο ήλιος που βασίλευε έριχνε αλλόκοτες σκιές στο πρόσωπό της, σκιές που έκρυβαν την έκφραση της. Τι σκέφτεται; Σε κοπάζει σαν να μην σε ξέρει πια; Σε ξέρει; “Η Σταχτιά λέει ότι μυρίζουν λάθος. Είναι... περίπου όπως μυρίζει λάθος ένα λυσσασμένο σκυλί”. Η λιμνούλα πίσω χάθηκε από τα μάτια τους. Ο Πέριν έβλεπε ακόμα τα αγκωνάρια —τα υπολείμματα του αγάλματος του Αρτουρ του Γερακόφτερου- στο σούρουπο που έπεφτε, αλλά δεν ήξερε πια ποιος ήταν ο βράχος στον οποίο είχαν ανάψει φωτιά. “Θα πάμε μακριά τους, θα βρούμε μέρος να περιμένουμε τον Ιλάυας”
“Γιατί να μας ενοχλήσουν;” ζήτησε να μάθει εκείνη. “Ο Ιλάυας είπε πως εδώ είμαστε ασφαλείς. Ότι το μέρος είναι ασφαλές. Φως μου, κάποιο ασφαλές μέρος θα υπάρχει”.
Ο Πέριν κοίταξε να βρει μέρος για να κρυφτούν. Δεν πρέπει να βρίσκονταν μακριά από τη λιμνούλα, αλλά το λυκόφως πύκνωνε. Σύντομα θα ήταν τόσο σκοτεινά, που δεν θα μπορούσαν να προχωρήσουν. Ένα αμυδρό φως έλουζε ακόμα τις πλαγιές, που όμως έμοιαζαν κατάφωτες, σε σύγκριση με τη σκοτεινιά στα λακκώματα ανάμεσά τους, όπου δεν φαινόταν σχεδόν τίποτα. Στα αριστερά, μια σκοτεινή μορφή ορθωνόταν στον ουρανό, μια μεγάλη, επίπεδη πέτρα, που πρόβαλλε λοξά από μια λοφοπλαγιά, τυλίγοντας στο σκοτάδι την πλαγιά από κάτω της.
“Από δω”, είπε στην Εγκουέν.
Έτρεξε προς το λόφο, κοιτάζοντας πάνω από τον ώμο του για κάποιο ίχνος των ανδρών που έρχονταν. Δεν υπήρχε τίποτα — ακόμα. Αρκετές φορές αναγκάστηκε να σταματήσει για να μην τον χάσουν οι άλλοι. Η Εγκουέν ήταν σκυμμένη στο λαιμό της Μπέλας, η οποία προχωρούσε με προσοχή στο ανώμαλο έδαφος. Ο Πέριν σκέφτηκε πως και οι δύο θα έπρεπε να ήταν πιο κουρασμένες απ’ όσο νόμιζε.
Ελπίζω να είναι καλή κρυψώνα. Δεν νομίζω ότι μπορούμε να ψάξουμε για άλλη.
Στη ρίζα του λόφου κοίταξε εξεταστικά την ογκώδη, επίπεδη πέτρα, που διαγραφόταν κόντρα στον ουρανό, ξεπροβάλλοντας, σχεδόν, από την κορυφή της πλαγιάς. Ο πελώριος όγκος έμοιαζε αλλόκοτα οικείος έτσι που σχημάτιζε ακανόνιστα σκαλοπάτια, τρία προς τα πάνω και ένα προς τα κάτω. Ο Πέριν διέσχισε τη μικρή απόσταση ως εκεί και έψαξε τον βράχο, περπατώντας στο πλάι του. Παρά τις φθορές που είχε επιφέρει ο καιρός τόσους αιώνες, ο Πέριν μπόρεσε να καταλάβει ότι υπήρχαν τέσσερις ενωμένες στήλες. Κοίταξε την όμοια με σκάλα κορυφή του βράχου, που ορθωνόταν πάνω από το κεφάλι του σαν υπόστεγο. Δάχτυλα. Θα βρούμε καταφύγιο στο χέρι τον Άρτουρ τον Γερακόφτερου. Ίσως να έχει απομείνει μέρος της δικαιοσύνης του.