Выбрать главу

Στράφηκε προς την Εγκουέν, αλλά εκείνη τη στιγμή η απόφαση έφυγε από τα χέρια του. Μαζεμένοι δαυλοί, περίπου δέκα-δώδεκα, ήρθαν γύρω από τη ρίζα του λόφου, τρεμοπαίζοντας με το βήμα των αλόγων. Στο φως των δαυλών έλαμπαν λεπίδες δοράτων. Ο Πέριν πάγωσε, κρατώντας την ανάσα του, ενώ τα χέρια του έσφιγγαν τη λαβή του τσεκουριού.

Οι καβαλάρηδες πέρασαν το λόφο, αλλά ένας άνδρας φώναξε και οι δαυλοί γύρισαν πίσω. Το μυαλό του Πέριν στριφογυρνούσε, καθώς έψαχνε τρόπο για να φύγουν. Αλλά μόλις έκαναν μια κίνηση θα τους έβλεπαν, αν δεν τους είχαν δει ήδη και, από τη στιγμή που θα τους αντιλαμβάνονταν, δεν θα είχαν την παραμικρή ελπίδα, ακόμα και με τη βοήθεια του σκοταδιού.

Οι έφιπποι πλησίασαν τη ρίζα του λόφου. Κάθε άνδρας κρατούσε δαυλό στο ένα χέρι και μακρύ δόρυ στο άλλο και οδηγούσε το άλογό του με τις κινήσεις των γονάτων του. Στο φως των δαυλών ο Πέριν διέκρινε τους λευκούς μανδύες των Τέκνων του Φωτός. Κρατούσαν ψηλά τους δαυλούς και έγερναν μπροστά στις σέλες, υψώνοντας το βλέμμα σης βαθιές σκιές κάτω από τα δάχτυλα του Άρτουρ του Γερακόφτερου.

“Κάτι είναι εκεί πάνω”, είπε ένας τους. Η φωνή του ήταν υπερβολικά δυνατή, σαν να φοβόταν αυτό που υπήρχε μακριά από το φως του δαυλού του. “Σας είπα ότι μπορεί κάποιος να κρύβεται εκεί. Δεν είναι άλογο αυτά;”

Η Εγκουέν ακούμπησε το μπράτσο του Πέριν τα μάτια της ήταν διάπλατα ανοιχτά στο σκοτάδι. Η βουβή ερώτησή της ήταν ολοφάνερη, παρά τη σκιά που έκρυβε τα χαρακτηριστικά της. Τι κάνουμε; Ο Ιλάυας και οι λύκοι ακόμα κυνηγούσαν μέσα στη νύχτα. Τα άλογα από κάτω ακόμα κουνούσαν τα πόδια με νευρικότητα. Αν τρέξουμε, θα μας κυνηγήσουν.

Ένας Λευκομανδίτης έκανε λίγο μπροστά με το άλογο και φώναξε προς το λόφο. “Αν καταλαβαίνετε την ανθρώπινη μιλιά, κατεβείτε και παραδοθείτε. Δεν θα σας πειράξουμε, αν περπατάτε στο Φως. Αν δεν παραδοθείτε, θα σας σκοτώσουμε. Έχετε ένα λεπτό”. Τα δόρατα χαμήλωσαν και οι μακριές ατσάλινες λεπίδες τους άστραψαν στο φως των δαυλών.

“Πέριν”, ψιθύρισε η Εγκουέν, “και να τρέξουμε δεν θα τους ξεφύγουμε. Αν δεν παραδοθούμε, θα μας σκοτώσουν. Πέριν;”

Ο Ιλάυας και οι λύκοι ήταν ακόμα ελεύθεροι. Αλλη μια απόμακρη, γουργουριστή κραυγή έδειξε ότι άλλος ένας Λευκομανδίτης είχε πλησιάσει τη Σταχτιά. Αν τρέξουμε... Η Εγκουέν τον κοίταζε, περιμένοντας να της πει τι να κάνουν. Αν τρέξουμε... Κούνησε κουρασμένος το κεφάλι του, σηκώθηκε σαν υπνωτισμένος, κατηφόρισε σκοντάφτοντας το λόφο, πλησιάζοντας τα Τέκνα του Φωτός. Άκουσε την Εγκουέν να αναστενάξει και να τον ακολουθεί, σέρνοντας απρόθυμα τα πόδια της. Γιατί επιμένουν τόσο οι Λευκομανδίτες, σαν να έχουν αβυσσαλέο μίσος για τους λύκους; Γιατί μυρίζουν λάθος; Του φάνηκε ότι μπορούσε κι ο ίδιος να μυρίσει αυτή τη λάθος οσμή, όταν ο άνεμος ήρθε από τη μεριά των αναβατών.

“Πέτα το τσεκούρι”, γάβγισε ο επικεφαλής τους.

Ο Πέριν προχώρησε τρεκλίζοντας προς το μέρος του, σουφρώνοντας τη μύτη, καθώς νόμιζε ότι ακόμα ένιωθε τη μυρωδιά.

“Πέτα το, παλιοχωριάταρε!” Το δόρυ του αρχηγού στράφηκε προς το στήθος του Πέριν.

Ο Πέριν κοίταξε για μια στιγμή τη λεπίδα του, ατσάλι αρκετά κοφτερό για να τον τρυπήσει ολόκληρο και ξαφνικά φώναξε, “Όχι!” Δεν φώναξε στον καβαλάρη.

Ο Αλτης ήρθε από τη νύχτα και ο Πέριν ήταν ένα με το λύκο. Ο Αλτης, το λυκόπουλο που έβλεπε τους αετούς να πετούν και ήθελε τόσο πολύ να πετάξει στον ουρανό σαν κι αυτούς. Το λυκόπουλο που έκανε άλματα και πηδήματα συνεχώς, ώσπου να μπορέσει να πηδήξει πιο ψηλά από κάθε άλλο λύκο και ποτέ δεν είχε χάσει τη λαχτάρα που είχε από μικρός να πετάξει στον ουρανό. Οι Λευκομανδίτες μόνο για μια στιγμή πρόλαβαν να βλαστημήσουν, πριν τα σαγόνια του Αλτη κλείσουν το λαιμό του άνδρα που απειλούσε τον Πέριν με το δόρυ. Η αδράνεια του μεγάλου λύκου τους παρέσυρε κι έπεσαν από την άλλη μεριά του αλόγου. Ο Πέριν ένιωσε το λαιμό που τσακιζόταν, γεύτηκε το αίμα.

Ο Αλτης έπεσε ανάλαφρα, έχοντας ήδη απομακρυνθεί λιγάκι από τον άνδρα που είχε σκοτώσει. Αίμα έβαφε τη γούνα του, το αίμα το δικό του, αλλά και άλλων. Ένα κόψιμο στη μουσούδα του διέσχιζε την αδειανή κόγχη, όπου κάποτε ήταν το αριστερό του μάτι. Το καλό του μάτι αντίκρισε για μια στιγμή τα δύο μάτια του Πέριν. Τρέξε, αδερφέ! Στριφογύρισε για να ξαναπηδήξει, για να πετάξει μια τελευταία φορά και ένα δόρυ τον κάρφωσε στο χώμα Αλλο ένα κομμάτι ατσαλιού διαπέρασε τα πλευρά του και χώθηκε στο έδαφος από κάτω του. Κλωτσώντας, έκανε να δαγκώσει τα κοντάρια που τον κρατούσαν. Να πετάξω.