Ο Πέριν ένιωσε πόνο να τον πλημμυρίζει και ούρλιαξε, μ’ ένα ουρλιαχτό δίχως λέξεις, που είχε κάτι από κραυγή λύκου. Δίχως να το σκεφτεί, όρμηξε μπροστά, χωρίς να σταματήσει να ουρλιάζει. Κάθε σκέψη είχε χαθεί. Οι καβαλάρηδες είχαν μαζευτεί τόσο κοντά, που δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα δόρατά τους και το τσεκούρι ήταν σαν πούπουλο στα χέρια του, ένα πελώριο λυκίσιο δόντι από ατσάλι. Κάτι βρόντηξε στο κεφάλι του και, όπως έπεφτε, δεν μπορούσε να καταλάβει, αν πέθαινε ο Αλτης ή ο ίδιος.
”...πετάξω σαν τους αετούς”.
Ο Πέριν, μουρμουρίζοντας, άνοιξε τα μάτια ζαλισμένος. Πονούσε το κεφάλι του και δεν θυμόταν γιατί. Ανοιγόκλεισε τα μάτια στο φως και κοίταξε γύρω του, Η Εγκουέν ήταν γονατιστή και τον κοίταζε που ήταν ξαπλωμένος. Βρίσκονταν σε μια τετράγωνη σκηνή, μεγάλη όσο ένα μέτριο δωμάτιο αγροτόσπιτου, με ένα απλωμένο πανί για δάπεδο. Λάμπες λαδιού, τοποθετημένες σε ψηλούς υποστάτες, έχυναν λαμπερό φως.
“Δόξα στο Φως, Πέριν”, είπε απαλά. “Φοβόμουν ότι σε σκότωσαν”.
Εκείνος, αντί να απαντήσει, κοίταξε έναν γκριζομάλλη άνδρα, που καθόταν στη μόνη καρέκλα της σκηνής. Ένα προσηνές πρόσωπο ηλικιωμένου του αντιγύρισε το βλέμμα, ένα πρόσωπο, που στο νου του το έβρισκε αταίριαστο με το κοντό χιτώνα με άσπρο και χρυσαφί χρώμα που φορούσε ο άντρας, καθώς και με το στιλβωμένο θώρακα, που ήταν δεμένος πάνω από τον κατάλευκο χιτώνα του. Το πρόσωπο φαινόταν καλοσυνάτο, ειλικρινές και αξιοπρεπές και κάτι πάνω του ταίριαζε με την κομψή αυστηρότητα της επίπλωσης της σκηνής. Υπήρχε ένα τραπέζι και ένα κρεβάτι που δίπλωνε, ένα τραπεζάκι με απλό λευκό νιπτήρα και κανάτα, ένα ξύλινο κιβώτιο, στολισμένο με απλά γεωμετρικά σχήματα. Όπου υπήρχε ξύλο, το είχαν γυαλίσει τόσο που έλαμπε, όχι όμως πολύ έντονα και δεν υπήρχε τίποτα φανταχτερό. Τα πάντα μέσα στο δωμάτιο έδειχναν δεξιοτεχνία, όμως θα το καταλάβαιναν μόνο όσοι είχαν δει τη δουλειά άριστων τεχνιτών ―όπως του αφέντη Λούχαν, ή του αφέντη Άυντερ, του κατασκευαστή ντουλαπιών.
Ο άνδρας έσμιγε τα φρύδια, σκαλίζοντας με το κοντόχοντρο δάχτυλο του δύο μικρούς σωρούς από μικροαντικείμενα πάνω στο τραπέζι. Ο Πέριν είδε ότι στον ένα σωρό υπήρχαν τα πράγματα που πριν είχε σας τσέπες του και το μαχαίρι της ζώνης του. Το ασημένιο νόμισμα, που του είχε δώσει η Μουαραίν, κύλησε στο πλάι και ο άνδρας το ξανάσπρωξε πίσω σκεπτικός. Σούφρωσε τα χείλη, άφησε τους σωρούς και πήρε το τσεκούρι του Πέριν από το τραπέζι, ζυγίζοντάς το. Ξανάστρεψε την προσοχή του στα παιδιά από το Πεδίο του Έμοντ.
Ο Πέριν προσπάθησε να ανασηκωθεί. Ένιωσε έναν οξύ πόνο ,να του τρυπά τα χέρια και τα πόδια και σωριάστηκε κάτω. Μόλις τότε κατάλαβε ότι ήταν δεμένος χειροπόδαρα. Το βλέμμα του πήγε στην Εγκουέν. Εκείνη σήκωσε τους ώμους με πικρόχολη έκφραση και έστριψε για να δει ο Πέριν την πλάτη της. Ένα σχοινί έκανε πεντ’ έξι κουλούρες γύρω από τα χέρια της, χαράζοντας τη σάρκα της. Ένα άλλο ένωνε τα δεσμά των καρπών και των αστραγάλων της, τόσο κοντό, που δεν την άφηνε να σηκωθεί παρά μόνο μισοσκυμμένη.
Ο Πέριν έμεινε χάσκοντας. Το ότι ήταν δεμένοι ήταν ένα σοκ, αλλά τους είχαν βάλει τόσα σχοινιά, που θα κρατούσαν και άλογα. Τι νομίζουν ότι είμαστε;
Ο γκριζομάλλης τους παρακολουθούσε, περίεργος και σκεπτικός, σαν τον αφέντη αλ’Βερ όταν συλλογιζόταν ένα πρόβλημα. Κρατούσε το τσεκούρι σαν να το είχε ξεχάσει.
Η είσοδος της σκηνής άνοιξε και ένας ψηλός άνδρας μπήκε μέσα. Το πρόσωπο του ήταν μακρύ και ισχνό, με μάτια τόσο βουλιαγμένα στο κρανίο, που έμοιαζαν να κοιτάζουν από σπηλιές. Δεν υπήρχε περιττή σάρκα πάνω του, καθόλου λίπος· η επιδερμίδα του τεντωνόταν πάνω από τους μύες και τα κόκαλα.
Ο Πέριν πρόλαβε να δει πως έξω είχε νυχτώσει, υπήρχαν αναμένες φωτιές και δύο φρουροί με λευκούς μανδύες στην είσοδο της τέντας και μετά το φύλλο της εισόδου ξανάπεσε. Μόλις ο νεοεμφανισθείς μπήκε στη σκηνή, σταμάτησε και στάθηκε άκαμπτος, σαν σιδερένια ράβδος, ατενίζοντας ευθεία- μπροστά του τον τοίχο της σκηνής. Η πανοπλία του από αλυσιδωτό πλέγμα και ελάσματα λαμπύριζε σαν ασήμι, κάνοντας αντίθεση με το χιονόλευκο μανδύα του και τον χιτώνα του.
“Άρχοντα Διοικητή μου”. Η φωνή του ήταν σκληρή σαν την πόζα του και ενοχλητική, αλλά, με κάποιον τρόπο, ήταν επίπεδη, ανέκφραστη.
Ο γκριζομάλλης κούνησε το χέρι δίχως τυπικότητα. “Ανάπαυση, Τέκνο Μπάυαρ. Υπολόγισες το κόστος αυτής της... εμπλοκής;”
Ο ψηλός άνδρας άνοιξε κάπως τα πόδια, αλλά ο Πέριν δεν είδε να χαλαρώνει καθόλου τη στάση του. “Εννιά άνδρες νεκροί, Άρχοντα Διοικητή μου, και είκοσι τρεις τραυματισμένοι, οι επτά σοβαρά. Όλοι όμως μπορούν να ιππεύσουν. Αναγκαστήκαμε να σκοτώσουμε τριάντα άλογα. Τους είχαν κόψει τους τένοντες των ποδιών!” Η ασυγκίνητη φωνή του έδωσε ιδιαίτερη έμφαση εκεί, σαν αυτό που είχαν πάθει τα άλογα να ήταν χειρότερο από τους θανάτους και τις πληγές των ανδρών. “Πολλά εφεδρικά άλογα το έσκασαν και σκόρπισαν. Ίσως βρούμε μερικά όταν ξημερώσει, Άρχοντα Διοικητή μου, αλλά οι λύκοι θα τα διώχνουν και θα μας πάρει μέρες για να τα συγκεντρώσουμε. Οι άνδρες που έπρεπε να τα προσέχουν θα έχουν βραδινή βάρδια μέχρι να φτάσουμε στο Κάεμλυν”.