Выбрать главу

“Δεν έχουμε μέρες μπροστά μας, Τέκνο Μπάυαρ”, είπε με πράο ύφος ο γκριζομάλλης. “Φεύγουμε την αυγή. Αυτό δεν αλλάζει με τίποτα. Πρέπει να φτάσουμε εγκαίρως στο Κάεμλυν, σωστά;”

“Όπως διατάζετε, Άρχοντα Διοικητή μου”,

Ο γκριζομάλλης έριξε μια ματιά στον Πέριν και την Εγκουέν, ύστερα κοίταξε αλλού. “Και τι κατορθώσαμε εμείς, εκτός από το να συλλάβουμε αυτά τα δύο νεαρούδια;”

Ο Μπάυαρ πήρε μια βαθιά ανάσα και κοντοστάθηκε. “Έβαλα να γδάρουν το λύκο που ήταν μαζί τους, Άρχοντα Διοικητή μου. Το τομάρι του θα γίνει ωραίο χαλί για τη σκηνή του Άρχοντα Διοικητή μου”.

Ο Αλτης! Ο Πέριν, χωρίς καν να συνειδητοποιεί τι έκανε, μούγκρισε και άρχισε να παλεύει με τα δεσμά του. Αίμα κύλησε στους καρπούς του και τα σκοινιά έσκαψαν το δέρμα του, αλλά δεν χαλάρωσαν.

Ο Μπάυαρ κοίταξε για πρώτη φορά τους αιχμαλώτους. Η Εγκουέν έκανε πίσω, όταν είδε το βλέμμα του. Το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο, σαν τη φωνή του, αλλά ένα άσπλαχνο φως έκαιγε στα βυθισμένα μάτια του, όπως ήταν οι φλόγες στα μάτια του Μπα’άλζαμον. Ο Μπάυαρ τους μισούσε όλους σαν να ήταν χρόνια εχθροί, αντί για άνθρωποι που απόψε τους συναντούσε για πρώτη φορά.

Ο Πέριν τον κοίταξε προκλητικά. Το στόμα του στράβωσε και σχημάτισε ένα χαμόγελο, καθώς σκεφτόταν τα δόντια του να χώνονται στο λαιμό αυτού του ανθρώπου.

Ξαφνικά το χαμόγελό του έσβησε και τινάχτηκε ολόκληρος. Τα δόντια μου; Άνθρωπος είμαι, όχι λύκος! Φως μου, πρέπει να τελειώνει αυτό! Αλλά συνέχισε να αντικρίζει την άγρια ματιά του Μπάυαρ, με μίσος ενάντια στο μίσος.

“Δεν με νοιάζουν τα χαλιά από λυκοτόμαρο, Τέκνο Μπάυαρ”. Η μομφή στη φωνή του Άρχοντα Διοικητή ήταν ήπια, αλλά ο Μπάυαρ πάλι ορθώθηκε αλύγιστος, με το βλέμμα κολλημένο στον τοίχο της σκηνής. “Νομίζω πως έκανες την αναφορά σου για το τι κατορθώσαμε αυτή τη βραδιά, ε; Αν κατορθώσαμε κάτι”.

“Θα εκτιμούσα ότι το κοπάδι που μας επετέθη αριθμούσε πενήντα ζώα ή περισσότερα, Άρχοντα Διοικητή μου. Εξ αυτών, σκοτώσαμε περίπου είκοσι, ίσως τριάντα. Δεν θεώρησα ότι άξιζε ο κίνδυνος να χάσουμε κι άλλα άλογα για να φέρουμε τα πτώματά τους. Το πρωί θα βάλω να τα μαζέψουν και να τα κάψουν, όσα δεν θα τα έχουν πάρει τη νύχτα. Εκτός από αυτούς τους δύο, υπήρχαν τουλάχιστον άλλοι δώδεκα άνδρες. Πιστεύω πως εξουδετερώσαμε τέσσερις ή πέντε, αλλά είναι απίθανο να βρούμε πτώματα, δεδομένης της τάσης των Σκοτεινόφιλων να περισυλλέγουν τους νεκρούς τους για να κρύψουν τις απώλειές τους. Μοιάζει να ήταν συντονισμένη ενέδρα, αλλά έτσι τίθεται το ερώτημα...”

Ο Πέριν ένιωσε το λαιμό του να σφίγγεται, καθώς ο ισχνός άνδρας συνέχιζε. Ο Ιλάυας; Επιφυλακτικά, απρόθυμα, έψαξε να βρει τον Ιλάυας, τους λύκους... και δεν βρήκε τίποτα. Έμοιαζε σαν να μην είχε ποτέ τη δύναμη να νιώθει τα μυαλά των λύκων. Ή πέθαναν, ή σε εγκατέλειψαν. Του ήρθε να γελάσει, να γελάσει πικρά. Τουλάχιστον είχε αποκτήσει αυτό που επιθυμούσε, αλλά το τίμημα ήταν βαρύ.

Ο γκριζομάλλης άνδρας γέλασε τότε, μ’ ένα βαθύ, ειρωνικό γέλιο, που έκανε να φανεί μια κόκκινη κηλίδα στα μάγουλα του Μπάυαρ. “Άρα, Τέκνο Μπάυαρ, η λελογισμένη εκτίμησή σου είναι πως δεχθήκαμε επίθεση, κατόπιν προσχεδιασμένης ενέδρας, από δύναμη άνω των πενήντα λύκων και άνω των δέκα Σκοτεινόφιλων; Ναι; Ίσως όταν θα έχεις εμπλακεί σε μερικές ακόμη συγκρούσεις...”

“Μα, Άρχοντα Διοικητή μου...”

“Θα έλεγα έξι ή οκτώ λύκους, Τέκνο Μπάυαρ, και ίσως οι μόνοι άνθρωποι να ήταν αυτοί οι δύο. Έχεις αληθινό ζήλο, μα καμία εμπειρία έξω από τις πόλεις. Είναι διαφορετικό το να φέρνεις το Φως όταν δεν υπάρχουν κοντά σου δρόμοι και σπίτια. Οι λύκοι έχουν τον τρόπο τους να φαίνονται περισσότεροι τη νύχτα — το ίδιο και οι άνθρωποι. Το πολύ έξι ή οκτώ, νομίζω”. Ο Μπάυαρ κοκκίνισε κι άλλο, αργά. “Επίσης υποψιάζομαι πως βρίσκονταν εδώ για τον ίδιο λόγο που είμαστε κι εμείς: η μόνη βολική πηγή νερού σε απόσταση μιας μέρας ταξιδιού προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Πολύ απλούστερη εξήγηση από το να υπάρχουν κατάσκοποι ή προδότες ανάμεσά στα Τέκνα και η απλούστερη εξήγηση, συνήθως, είναι η σωστότερη. Με την εμπειρία, θα μάθεις”.

Το πρόσωπο του Μπάυαρ άσπρισε σαν χαρτί με τα λόγια του φιλικού, προσηνούς ανδρός· σε αντίθεση, οι δύο κηλίδες στα βουλιαγμένα μάγουλά του σκούρυναν κι από κόκκινες έγιναν μαβιές. Έριξε μια φευγαλέα ματιά στους δύο αιχμαλώτους.