Τώρα μας μισεί ακόμα περισσότερο, επειδή το ακούσαμε, σκέφτηκε ο Πέριν. Μα στην αρχή γιατί μας μισούσε;
“Τι γνώμη έχεις γι’ αυτό;” ε£πε ο Άρχοντας Διοικητής, υψώνοντας το τσεκούρι του Πέριν.
Ο Μπάυαρ κοίταξε ερωτηματικά τον διοικητή του και περίμενε την άδειά του για να αφήσει τη στάση προσοχής και να πιάσει το όπλο. Ζύγισε το τσεκούρι και γρύλισε ξαφνιασμένος, έπειτα το στριφογύρισε πάνω από το κεφάλι του, διαγράφοντας ένα μικρό κύκλο, που παραλίγο θα χτυπούσε την οροφή της σκηνής. Το κρατούσε με τόση σιγουριά, που ήταν σαν να είχε γεννηθεί με τσεκούρι στα χέρια. Για μια στιγμή ένα βλέμμα απρόθυμου θαυμασμού φάνηκε στο πρόσωπό του, μα ήταν ανέκφραστος πάλι, όταν το χαμήλωσε.
“Έξοχα ζυγισμένο, Άρχοντα Διοικητή μου. Απλά φτιαγμένο, αλλά το έφτιαξε πολύ καλός οπλουργός, ίσως αριστοτέχνης”. Τα μάτια του έκαιγαν, όταν κοίταξε τους αιχμαλώτους, “Δεν είναι όπλο χωρικού, Άρχοντα Διοικητή μου. Ούτε όπλο αγρότη”.
“Όχι”. Ο άνδρας με τα γκρίζα μαλλιά και τα σκούρα μάτια στράφηκε προς τον Πέριν και την Εγκουέν με ένα κουρασμένο, κάπως επιτιμητικό χαμόγελο, σαν ένας καλοσυνάτος παππούς, που ήξερε πως τα εγγόνια του είχαν κάνει κάποια ζαβολιά. “Το όνομά μου είναι Τζέφραμ Μπόρνχαλντ”, τους είπε. “Άκουσα ότι εσύ λέγεσαι Πέριν. Αλλά εσύ, νεαρή μου, πώς ονομάζεσαι;”
Ο Πέριν τον αγριοκοίταξε, αλλά η Εγκουέν κούνησε το κεφάλι της. “Μην κάνεις ανοησίες, Πέριν. Με λένε Εγκουέν”.
“Απλώς Πέριν και απλώς Εγκουέν”, μουρμούρισε ο Μπόρνχαλντ. “Φαντάζομαι όμως πως, αν στ’ αλήθεια είσαστε Σκοτεινόφιλοι, θα θέλετε να κρύψετε την ταυτότητά σας όσο το δυνατόν περισσότερο”.
Ο Πέριν ανασηκώθηκε στα γόνατα· δεν μπορούσε να σηκωθεί πιο ψηλά, έτσι δεμένος που ήταν. “Δεν είμαστε Σκοτεινόφιλοι”, διαμαρτυρήθηκε θυμωμένος.
Τα λόγια δεν είχαν προφτάσει να βγουν από τα χείλη του, όταν τον έφτασε ο Μπάυαρ. Οι κινήσεις του θύμιζαν φίδι. Ο Πέριν είδε τη λαβή του τσεκουριού του να έρχεται καταπάνω του και προσπάθησε να σκύψει, αλλά η χοντρή λαβή τον χτύπησε πάνω από το αυτί. Το κρανίο του άντεξε και δεν έσκασε μόνο επειδή το κεφάλι του ήδη κινούνταν προς τα πίσω. Φώτα χόρεψαν μπροστά στα μάτια του. Η ανάσα του κόπηκε, καθώς έπεφτε στο ύφασμα που ήταν απλωμένο κάτω. Το κεφάλι του κουδούνιζε και αίμα κυλούσε στο μάγουλό του.
“Δεν έχεις το δικαίωμα”, άρχισε να λέει η Εγκουέν και ούρλιαξε, όταν η λαβή του τσεκουριού τινάχτηκε προς το μέρος της. Όρμηξε στο πλάι και η λαβή πέρασε σφυρίζοντας από το κενό, καθώς η Εγκουέν σωριαζόταν στο δάπεδο.
“Προσέχετε τα λόγια σας”, είπε ο Μπάυαρ, “όταν μιλάτε σε κάποιον Χρισμένο του Φωτός, αλλιώς θα χάσετε τη γλώσσα σας”. Το χειρότερο ήταν πως η φωνή του παρέμενε ανέκφραστη. Αν τους έκοβε τις γλώσσες, αυτό ούτε θα τον ευχαριστούσε, ούτε θα τον δυσαρεστούσε. Ήταν απλώς κάτι που θα έκανε,
“Ηρέμησε, Τέκνο Μπάυαρ”. Ο Μπόρνχαλντ ξανακοίταξε τους αιχμαλώτους. “Φαντάζομαι πως δεν ξέρετε πολλά για τους Χρισμένους, ή για τους Άρχοντες Διοικητές των Τέκνων του Φωτός, ε; Το περίμενα. Λοιπόν, τουλάχιστον για χάρη του Τέκνου Μπάυαρ, προσπαθήστε να μην φωνάζετε και να μην αντιμιλάτε, εντάξει; Δεν θέλω τίποτα περισσότερο από το να περπατάτε στο Φως και δεν θα είναι καλό, ούτε για σας, ούτε για μας, αν αφήσετε το θυμό να σας παρασύρει”.
Ο Πέριν κοίταξε τον άνδρα με το ισχνό πρόσωπο που στεκόταν από πάνω τους. Για χάρη τον Τέκνου Μπάυαρ; Πρόσεξε πως ο Άρχοντας Διοικητής δεν είχε πει στον Μπάυαρ να τους αφήσει ήσυχους. Ο Μπάυαρ του αντιγύρισε το βλέμμα και χαμογέλασε· το χαμόγελο άγγιζε μόνο το στόμα του, αλλά η επιδερμίδα του προσώπου του τεντώθηκε, ώσπου έμοιαζε με νεκροκεφαλή. Ο Πέριν ανατρίχιασε.
“Έχω ακούσει γι’ αυτό το πράγμα, άνθρωποι να τρέχουν μαζί με λύκους”, θυμήθηκε ο Μπόρνχαλντ, “αν και δεν το έχω ξαναδεί. Άνθρωποι που υποτίθεται πως μιλούν με λύκους και με άλλα πλάσματα του Σκοτεινού. Βρώμικη υπόθεση. Με κάνει να φοβούμαι πως, πραγματικά, η Τελευταία Μάχη έρχεται σύντομα”.
“Οι λύκοι δεν είναι—” Ο Πέριν σταμάτησε να μιλά, καθώς ο Μπάυαρ τραβούσε το πόδι του με τη μπότα πίσω, έτοιμος να κλωτσήσει. Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε με πιο ήπιο τόνο. “Οι λύκοι δεν είναι πλάσματα του Σκοτεινού. Μισούν τον Σκοτεινό. Τουλάχιστον μισούν τους Τρόλοκ και τους Ξέθωρους”. Ξαφνιάστηκε, βλέποντας τον ισχνό άνδρα να νεύει.
Ο Μπόρνχαλντ ύψωσε το φρύδι του. “Ποιος σου το είπε αυτό;”
“Ένας Πρόμαχος”, είπε η Εγκουέν. Έκανε πίσω, όταν ο Μπάυαρ την κοίταξε με πυρωμένο βλέμμα. “Είπε ότι οι λύκοι μισούν τους Τρόλοκ και οι Τρόλοκ φοβούνται τους λύκους”. Ο Πέριν χάρηκε, που η Εγκουέν δεν είχε αναφέρει τον Ιλάυας.