“Ένας Πρόμαχος”, είπε αναστενάζοντας ο γκριζομάλλης. “Ένα πλάσμα των μαγισσών της Ταρ Βάλον. Τι άλλο θα σου έλεγε ένας από δαύτους, τη στιγμή που είναι κι ο ίδιος Σκοτεινόφιλος και υπηρέτης των Σκοτεινόφιλων; Δεν ξέρετε ότι οι Τρόλοκ έχουν λυκίσιες μουσούδες και δόντια και λυκίσιο τρίχωμα;”
Ο Πέριν ανοιγόκλεισε τα μάτια, προσπάθησε να ξεζαλιστεί. Το μυαλό του ακόμα το ένιωθε πηχτό από τον πόνο, μα κάτι πήγαινε στραβά σ’ αυτή την κατάσταση. Δεν μπορούσε να καθαρίσει τις σκέψεις του για να το ξεδιαλύνει.
“Όχι όλοι”, μουρμούρισε η Εγκουέν. Ο Πέριν κοίταξε επιφυλακτικά τον Μπάυαρ, μα ο ισχνός άνδρας απλώς την παρακολουθούσε. “Μερικοί έχουν κέρατα, σαν κριάρια ή κατσίκες, ράμφη γερακίσια, ή... ή... λογής-λογής πράγματα”.
Ο Μπόρνχαλντ κούνησε το κεφάλι λυπημένα. “Σας έδωσα τόσες ευκαιρίες κι εσείς με κάθε λέξη δυσχεραίνετε τη θέση σας”.
Ύψωσε ένα δάχτυλο, “Τρέχετε μαζί με λύκους, τα πλάσματα του Σκοτεινού”. Δεύτερο δάχτυλο. “Παραδέχεστε πως γνωρίζετε έναν Πρόμαχο, άλλο ένα πλάσμα του Σκοτεινού. Αμφιβάλω αν θα σας έλεγε αυτά που είπε, αν η γνωριμία σας ήταν σύντομη”. Τρίτο δάχτυλο. “Εσύ, μικρέ μου, έχεις στην τσέπη σου ένα μάρκο της Ταρ Βάλον. Οι περισσότεροι άνθρωποι έξω από την Ταρ Βάλον τα ξεφορτώνονται όσο πιο γρήγορα μπορούν. Εκτός αν υπηρετούν τις μάγισσες της Ταρ Βάλον”. Τέταρτο δάχτυλο. “Φέρεις όπλο στρατιώτη, ενώ είσαι ντυμένος σαν αγροτόπαιδο. Άρα κρύβεσαι”. Υψώθηκε ο αντίχειρας. “Ξέρεις Τρόλοκ και Μυρντράαλ. Τόσο βαθιά εδώ στο νότο, μόνο κάποιοι λόγιοι και όσοι έχουν ταξιδέψει στις Μεθόριους ξέρουν πως αυτά τα πλάσματα υπάρχουν κι έξω από τις ιστορίες. Ίσως πήγατε στις Μεθόριους; Αν ναι, πείτε μου που; Ταξίδεψα αρκετά εκεί πέρα, τις ξέρω καλά. Όχι; Α, ωραία, λοιπόν”. Κοίταξε το ανοιγμένο χέρι του, έπειτα το άφησε να πέσει στο τραπέζι. Η έκφραση αυτού του παππού θα έλεγε πως τα εγγόνια είχαν κάνει πολύ σοβαρή ζαβολιά. “Γιατί δεν μου λέτε πώς στ’ αλήθεια βρεθήκατε να τρέχετε μέσα στη νύχτα μαζί με λύκους;”
Η Εγκουέν άνοιξε το στόμα, αλλά ο Πέριν είδε την πεισματάρικη έκφραση της και κατάλαβε αμέσως πως θα έλεγε μια από τις ιστορίες που είχαν σκαρώσει από πριν. Εκείνες όμως δεν ταίριαζαν εδώ, σ’ αυτό το μέρος. Το κεφάλι του πονούσε, ευχόταν να είχε χρόνο να το σκεφτεί διεξοδικά, αλλά δεν είχε χρόνο. Πώς να ήξεραν πού είχε ταξιδέψει ο Μπόρνχαλντ, ποιες χώρες και πόλεις του ήταν γνώριμες; Αν τους έπιανε να λένε ψέματα, δεν θα μπορούσαν να ξαναρχίσουν και να πουν την αλήθεια. Ο Μπόρνχαλντ θα πειθόταν πως ήταν Σκοτεινόφιλοι.
“Είμαστε από τους Δύο Ποταμούς”, είπε βιαστικά.
Η Εγκουέν τον κοίταξε έκπληκτη, πριν προλάβει να κρύψει την έκφρασή της, αλλά ο Πέριν συνέχισε, λέγοντας την αλήθεια —ή, τουλάχιστον, μια εκδοχή της αλήθειας. Οι δύο τους είχαν φύγει από τους Δύο Ποταμούς για να δουν το Κάεμλυν. Πηγαίνοντας προς τα κει είχαν ακούσει για τα ερείπια μια θαυμαστής πόλης, αλλά, όταν βρήκαν τη Σαντάρ Λογκόθ, εκεί υπήρχαν Τρόλοκ. Κατάφεραν να το σκάσουν, περνώντας τον Ποταμό Αρινέλε, αλλά χάθηκαν.
Έπειτα βρήκαν έναν άνδρα, που προθυμοποιήθηκε να τους οδηγήσει στο Κάεμλυν. Είχε πει ότι το όνομά του δεν τους αφορούσε και δεν φαινόταν καθόλου φιλικός, αλλά χρειάζονταν οδηγό. Για πρώτη φορά είχαν δει λύκους μετά απ’ όταν εμφανίστηκαν τα Τέκνα του Φωτός. Το μόνο που ήθελαν ήταν να κρυφτούν για να μην τους φάνε οι λύκοι και να μην τους σκοτώσουν οι καβαλάρηδες.
“...Αν ξέραμε πως ήσασταν Τέκνα του Φωτός”, κατέληξε, “θα ερχόμασταν σε σας για βοήθεια”.
Ο Μπάυαρ ξεφύσηξε, χωρίς να πιστεύει στ’ αυτιά του. Αυτό δεν ένοιαζε τον Πέριν αν πειθόταν ο Άρχοντας Διοικητής, ο Μπάυαρ δεν θα τους πείραζε. Ήταν φως-φανάρι πως ο Μπάυαρ θα σταματούσε να ανασαίνει, αν του το έλεγε ο Άρχοντας Διοικητής Μπόρνχαλντ.
“Δεν άκουσα τίποτα για Πρόμαχο”, είπε μετά από μια στιγμή ο γκριζομάλλης.
Η επινοητικότητα του Πέριν τον εγκατέλειψε· ήξερε πως ήθελε λίγο χρόνο ακόμα για να το σκεφτεί. Η Εγκουέν έσπευσε να καλύψει το κενό. “Τον συναντήσαμε στο Μπάερλον. Η πόλη ήταν γεμάτη ανθρώπους που είχαν έρθει από τα ορυχεία μετά το χειμώνα και σ’ ένα πανδοχείο μας έβαλαν στο ίδιο τραπέζι. Μιλήσαμε μόνο όσο τρώγαμε”.
Ο Πέριν ανάσανε πάλι. Σ’ ευχαριστώ, Εγκουέν.
“Επέστρεψε τους τα υπάρχοντά τους, Τέκνο Μπάυαρ. Όχι τα όπλα, φυσικά”. Όταν ο Μπάυαρ τον κοίταξε ξαφνιασμένος, ο Μπόρνχαλντ πρόσθεσε, “Ή μήπως είσαι από κείνους που έμαθαν να ληστεύουν τους αφώτιστους, Τέκνο Μπάυαρ; Άσχημη κατάσταση, ε; Κανένας δεν μπορεί και να είναι κλέφτης και να περπατά στο Φως”. Ο Μπάυαρ έμοιαζε να παλεύει μέσα του με την εντολή του Μπόρνχαλντ.