Выбрать главу

“Δηλαδή μας αφήνεις να φύγουμε;” Η Εγκουέν φαινόταν έκπληκτη. Ο Πέριν ύψωσε το κεφάλι και κοίταξε τον Άρχοντα Διοικητή.

“Και βέβαια όχι, παιδί μου”, είπε λυπημένα ο Μπόρνχαλντ. “Ίσως να λέτε την αλήθεια ότι είσαστε από τους Δύο Ποταμούς, αφού ξέρετε για το Μπάερλον και τα ορυχεία. Αλλά για τη Σαντάρ Λογκόθ...; Αυτό το όνομα ελάχιστοι το γνωρίζουν, οι περισσότεροι είναι Σκοτεινόφιλοι και όποιος έχει αρκετές γνώσεις για να ξέρει το όνομά της, ξέρει επίσης ότι πρέπει να την αποφεύγει. Προτείνω να σκεφτείτε καλύτερη ιστορία στο δρόμο για το Άμαντορ, Θα έχετε αρκετό χρόνο, αφού θα πρέπει να σταματήσουμε στο Κάεμλυν. Κατά προτίμηση την αλήθεια, τέκνο μου. Η αλήθεια και το Φως ελευθερώνουν”.

Ο Μπάυαρ ξέχασε για λίγο το σεβασμό που έτρεφε στον γκριζομάλλη. Αφησε τους αιχμαλώτους, στράφηκε προς τον Μπόρνχαλντ και τα λόγια του είχαν μια οργισμένη απόχρωση. “Δεν μπορείς! Δεν επιτρέπεται!” Ο Μπόρνχαλντ ύψωσε ένα φρύδι ερωτηματικά και ο Μπάυαρ ξεροκατάπιε και έκοψε τη φόοα του. “Συγχώρεσέ με, Άρχοντα Διοικητή μου. Ξεχάστηκα, ταπεινά σε ικετεύω να με συγχωρήσεις και μετά χαράς θα δεχθώ οποιοδήποτε ετπτίμιο. Αλλά, όπως τόνισε ο ίδιος ο Άρχοντας Διοικητής μου, πρέπει να φτάσουμε εγκαίρως στο Κάεμλυν, τα πιο πολλά εφεδρικά άλογα έχουν χαθεί και θα δυσκολευτούμε, ακόμα και χωρίς να κουβαλάμε μαζί μας αιχμαλώτους”.

“Και τι θα πρότεινες;” ρώτησε γαλήνια ο Μπόρνχαλντ.

“Η τιμωρία για τους Σκοτεινόφιλους είναι ο θάνατος”. Τα λεγόμενά του ερχόταν σε τέλεια αντίθεση με την ανέκφραστη φωνή του. Είχε μιλήσει σαν να πρότεινε να ποδοπατήσουν ένα έντομο. “Δεν υπάρχει ανακωχή με τη Σκιά. Δεν υπάρχει έλεος για τους Σκοτεινόφιλους”.

“Ο ζήλος πάντα είναι αξιέπαινος, Τέκνο Μπάυαρ, αλλά, όπως λέω συχνά στον γιο μου τον Ντάιν, ο υπέρμετρος ζήλος μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά σφάλματα. Μην λησμονείς πως τα Ομολογούμενα λένε επίσης, “Κανένας δεν είναι τόσο χαμένος που να μην μπορεί να οδηγηθεί στο Φως”. Αυτοί οι δύο είναι νέοι. Δεν μπορεί να βρίσκονται βαθιά στη Σκιά. Μπορούμε να τους φέρουμε στο Φως, αν αφήσουν τη Σκιά να φύγει από τα μάτια της. Πρέπει να τους δώσουμε αυτή την ευκαιρία”.

Για μια στιγμή, ο Πέριν σχεδόν ένιωσε στοργή για τον προσηνή άνδρα, που στεκόταν ανάμεσα στους δυο τους και τον Μπάυαρ. Έπειτα ο Μπόρνχαλντ έστρεψε το καλοσυνάτο χαμόγελό του στην Εγκουέν.

“Αν αρνείσαι ακόμα το Φως, όταν φτάσουμε στο Άμαντορ, θα αναγκαστώ να σε παραδώσω στους Εξεταστές. Πλάι τους, ο ζήλος του Μπάυαρ είναι σαν το κερί δίπλα στον ήλιο”. Ο γκριζομάλλης έμοιαζε με άνθρωπο που θλίβεται γι’ αυτό που πρέπει να κάνει, αλλά το κάνει δίχως δισταγμό, επειδή το νομίζει καθήκον του. “Μετανόησε, απαρνήσου τον Σκοτεινό, έλα στο φως, εξομολογήσου τις αμαρτίες σου και πες ό,τι ξέρεις γι’ αυτή τη ρυπαρή υπόθεση των λύκων και θα σωθείς. Θα περπατήσεις ελεύθερη, στο Φως”. Γύρισε το βλέμμα στον Πέριν και αναστέναξε. Πάγος αγκάλιασε τη ραχοκοκαλιά του Πέριν. “Αλλά εσύ, που σε λένε απλά Πέριν από τους Δύο Ποταμούς. Εσύ σκότωσες δύο Τέκνα”. Άγγιξε το τσεκούρι, που το κρατούσε ακόμα ο Μπάυαρ. “Φοβάμαι πως εσένα μια αγχόνη θα σε περιμένει στο Αμαντορ”.

31

Παίξε για το Δείπνο σου

Ο Ραντ στένεψε τα μάτια και κοίταξε τον κουρνιαχτό που είχε σηκωθεί μπροστά τους, τρεις-τέσσερις στροφές του δρόμου παραπέρα. Ο Ματ ήδη έτρεχε προς το φυσικό φράχτη των θάμνων στο πλάι του δρόμου. Τα φύλλα και τα πυκνά κλαριά των αειθαλών φυτών θα τους έκρυβαν, σαν να ήταν πίσω από πέτρινο τοίχο, αρκεί να έβρισκαν μέρος για να περάσουν από την άλλη μεριά. Το μόνο που υπήρχε στην άλλη πλευρά του δρόμου ήταν, αραιά και πού, οι καφετιοί σκελετοί θάμνων, που έφταναν σε ύψος ως το κεφάλι και πιο πέρα ξεκινούσε ένα χωράφι, που έφτανε στο δάσος μετά από μισό μίλι. Μπορεί να ήταν μέρος αγροκτήματος, που το είχαν εγκαταλείψει πρόσφατα, αλλά δεν πρόσφερε γρήγορη κρυψώνα. Ο Ραντ προσπάθησε να εκτιμήσει την ταχύτητα του σύννεφου της σκόνης και του ανέμου.

Μια ξαφνική σπιλιάδα τίναξε σκόνη ολόγυρά του και έκρυψε τα πάντα. Ανοιγόκλεισε τα μάτια και έσιαξε το απλό, σκούρο κασκόλ, που έκρυβε το στόμα και τη μύτη του. Του το είχε δώσει ένας αγρότης, ένας άνδρας με μακρουλό πρόσωπο και μάγουλα γεμάτα ζάρες από ανησυχία.

“Δεν ξέρω από τι το σκάσατε”, είχε πει, σμίγοντας τα φρύδια με ταραχή, “και δεν θέλω να μάθω. Με καταλαβαίνετε; Η οικογένεια μου”. Έτσι στα ξαφνικά, ο αγρότης είχε βγάλει από την τσέπη του παλτού του δύο μακριά μάλλινα κασκόλ και τους τα είχε δώσει. “Δεν είναι τίποτα, αλλά πάρτε τα. Είναι των αγοριών μου. Έχουν κι άλλα. Δεν με είδατε και δεν με ξέρετε, καταλάβατε; Είναι δύσκολοι καιροί”.

Ο Ραντ είχε το κασκόλ σαν πολύτιμο θησαυρό. Είχε στο νου του έναν κατάλογο με τις καλοσύνες πού τους είχαν κάνει μετά την Ασπρογέφυρα και ήταν μικρός. Του φαινόταν πως δεν θα μάκραινε πολύ.