Ο Ματ έψαχνε γοργά τον ψηλό φράχτη, τραβώντας τα γεμάτα φύλλα κλαριά, με τα μάτια σχεδόν κρυμμένα από το κασκόλ που τύλιγε το κεφάλι του. Ο Ραντ ακούμπησε τη λαβή με το σημάδι του ερωδιού στη ζώνη του, αλλά κατέβασε το χέρι του. Παραλίγο θα προδίδονταν μια φορά που είχαν ανοίξει τρύπα στο φράχτη. Η σκόνη τους πλησίαζε και ήταν ακόμα αρκετά πυκνή. Άρα δεν ήταν ο άνεμος. Τουλάχιστον δεν έβρεχε. Η βροχή έκανε τη σκόνη να κατακαθίζει. Όσο δυνατά κι αν έβρεχε, το πατημένο χώμα του δρόμου ποτέ δεν γινόταν λάσπη, αλλά όταν έβρεχε δεν υπήρχε σκόνη. Η σκόνη ήταν η μόνη τους προειδοποίηση, πριν πλησιάσει κανείς και τους ακούσει. Μερικές φορές δεν προλάβαιναν.
“Εδώ”, είπε ο Ματ χαμηλόφωνα, και χώθηκε στο φράχτη.
Ο Ραντ έτρεξε γρήγορα σε κείνο το σημείο. Κάποιος είχε ανοίξει τρύπα κάποτε. Ο φράχτης, εν μέρει, είχε ξανακλείσει και από απόσταση ενός μέτρου έμοιαζε να είναι στερεός όπως αλλού, αλλά από κοντά υπήρχε μονάχα μια λεπτή κουρτίνα κλαριών. Ο Ραντ, καθώς έμπαινε, άκουσε άλογα να έρχονται. Δεν ήταν ο άνεμος.
Ζάρωσε πίσω από το σχεδόν ακάλυπτο άνοιγμα, σφίγγοντας τη λαβή του σπαθιού του, καθώς οι καβαλάρηδες προχωρούσαν. Πέντε... έξι... επτά. Άνδρες, απλά ντυμένοι, αλλά τα σπαθιά και τα δόρατά τους έδεχναν πως δεν ήταν χωρικοί. Μερικοί φορούσαν δερμάτινες τουνίκες με μεταλλικά καρφιά, και δύο είχαν στρογγυλά ατσαλένια κράνη Ίσως να ήταν φύλακες εμπόρων, που δεν τους είχε προσλάβει ακόμα ο επόμενος πελάτης. Ίσως.
Ένας φύλακας γύρισε αδιάφορα το βλέμμα προς το φράχτη, καθώς περνούσε από το άνοιγμα και ο Ραντ τράβηξε ένα πόντο το σπαθί του. Ο Ματ γύμνωσε τα δόντια σιωπηλά, σαν στριμωγμένος ασβός, μισοκλείνοντας τα μάτια πάνω από το κασκόλ του. Το χέρι του ήταν μέσα στο παλτό του· πάντα έσφιγγε το εγχειρίδιο από τη Σαντάρ Λογκόθ, όταν υπήρχε κίνδυνος. Ο Ραντ δεν ήταν πια σίγουρος αν ήθελε να προστατευτεί ο ίδιος, ή να προστατέψει το εγχειρίδιο με το ρουμπίνι στη λαβή. Τώρα τελευταία ο Ματ έμοιαζε, μερικές φορές, να ξεχνά πως είχε τόξο.
Οι καβαλάρηδες πέρασαν με ήρεμο τροχασμό κι έδειχναν να πηγαίνουν σε συγκεκριμένο προορισμό, αλλά χωρίς μεγάλη βιασύνη. Η σκόνη πέρασε το φράχτη.
Ο Ραντ περίμενε να σβήσει ο ήχος των οπλών και μετά έβγαλε επιφυλακτικά το κεφάλι από την τρύπα. Το σύννεφο της σκόνης ήταν μακριά πιο κάτω στο δρόμο, προς την κατεύθυνση που ακολουθούσαν και οι ίδιοι. Προς τα ανατολικά, ο ουρανός ήταν καθαρός. Βγήκε στο δρόμο, παρακολούθησε το πέπλο της σκόνης να κινείται προς τα δυτικά.
“Δεν έψαχναν εμάς”, είπε, κάπως ανάμεσα σε δήλωση και ερώτηση.
Ο Ματ βγήκε πίσω του, κοίταξε επιφυλακτικά μπρος-πίσω. “Μπορεί”, είπε. “Μπορεί”.
Ο Ραντ δεν είχε ιδέα πώς το εννοούσε, αλλά ένευσε. Μπορεί. Το ταξίδι τους στο Δρόμο του Κάεμλυν δεν είχε αρχίσει μ’ αυτό τον τρόπο.
Πολλές φορές μετά απ’ όταν είχαν φύγει από την Ασπρογέφυρα, ο Ραντ καταλάβαινε πως είχε γυρίσει και κοίταζε το δρόμο πίσω τους. Μερικές φορές τύχαινε να δει κάποιον που του έκοβε την ανάσα, άλλοτε κάποιον ψηλό κι αδύνατο που έτρεχε, άλλοτε έναν κοκαλιάρη ασπρομάλλη σε κάρο πλάι στον οδηγό, μα πάντα έβγαινε πως ήταν πραματευτής, ή αγρότης που πήγαινε στην αγορά, ποτέ ο Θομ Μέριλιν. Η ελπίδα έσβησε, καθώς περνούσαν οι μέρες.
Υπήρχε αρκετή κίνηση στο δρόμο. Υπήρχαν άμαξες και κάρα, έφιπποι και πεζοί. Ταξίδευαν ένας-ένας ή κατά ομάδες, ή σε καραβάνια με πολλές άμαξες εμπόρων, ή καβαλάρηδες παρέα. Δεν φρακάριζαν το δρόμο και συχνά δεν φαινόταν τίποτα, εκτός από τα άφυλλα δέντρα που ακολουθούσαν τη γραμμή του σκληρού χωματόδρομου, αλλά υπήρχαν περισσότεροι άνθρωποι που ταξίδευαν απ’ όσους είχε δει ο Ραντ ποτέ στους Δύο Ποταμούς.
Οι περισσότεροι ταξίδευαν στην ίδια κατεύθυνση με τον Ραντ και τον Ματ, ανατολικά, κατά το Κάεμλυν. Μερικές φορές οι δυο τους έκαναν μέρος της διαδρομής στο κάρο κάποιου αγρότη, ένα μίλι, πέντε μίλια, αλλά πιο συχνά περπατούσαν. Απέφευγαν τους ιππείς· όταν εντόπιζαν έστω κι έναν καβαλάρη από μακριά, τσακίζονταν να βγουν από το δρόμο και να κρυφτούν μέχρι να περάσει. Κανείς δεν φορούσε μαύρο μανδύα και ο Ραντ, πραγματικά, δεν πίστευε πως ένας Ξέθωρος θα τους επέτρεπε να τον δουν να πλησιάζει, αλλά δεν υπήρχε λόγος να το ρισκάρουν. Στην αρχή το μόνο που φοβούνταν ήταν ο Ημιάνθρωπος.
Το πρώτο χωριό μετά την Ασπρογέφυρα έμοιαζε τόσο πολύ με το Πεδίο του Έμοντ, που το βήμα του Ραντ βάρυνε όταν το είδε. Καλαμοσκεπές με αμφικλινείς στέγες, νοικοκυρές με ποδιές, που κουτσομπόλευαν πάνω από τους φράχτες ανάμεσα στα σπίτια τους και παιδιά που έπαιζαν στο λιβάδι του χωριού. Τα μαλλιά των γυναικών έπεφταν στους ώμους τους δίχως πλεξούδες και άλλα μικροπράγματα επίσης ήταν διαφορετικά, μα η γενική εικόνα ήταν σαν το σπίτι τους. Αγελάδες βοσκούσαν στο λιβάδι, χήνες διέσχιζαν το δρόμο κορδωμένες. Τα παιδιά κουτρουβαλούσαν γελώντας στο χώμα, στα σημεία που είχε χαθεί όλο το γρασίδι. Δεν γύρισαν καν να κοιτάξουν τον Ραντ και τον Ματ που περνούσαν. Κάτι ακόμα που ήταν αλλιώτικο. Εδώ οι ξένοι δεν ήταν παράξενο θέαμα· δύο ακόμα δεν άξιζαν δεύτερη ματιά. Τα σκυλιά του χωριού απλώς σήκωσαν το κεφάλι για να μυρίσουν, καθώς οι δυο τους προχωρούσαν· κανένα δεν σάλεψε.