Βράδιαζε καθώς διέσχιζαν το χωριό και ο Ραντ ένιωσε να τον τρώει η νοσταλγία για το σπίτι, καθώς τα φώτα άναβαν στα παράθυρα. Όπως και αν φαίνεται, ψιθύρισε μια φωνούλα στο νου του, δεν είναι η πατρίδα. Ακόμα κι αν μπεις σ’ ένα απ’ αυτά τα σπίτια, δεν θα βρεις εκεί τον Ταμ. Αν ήταν, θα μπορούσες να τον κοπάζεις κατάματα; Τώρα ξέρεις, έτσι δεν είναι; Με εξαίρεση κάτι λεπτομέρειες, όπως το από πού έρχεσαι και ποιος είσαι. Δεν ήταν όνειρα τον πυρετού. Καμπούριασε τους ώμους, προσπαθώντας να διώξει το κοροϊδευτικό γέλιο που ακούστηκε στο κεφάλι του. Και δεν σταματάς εδώ, χλεύασε η φωνή. Όταν δεν είσαι από πουθενά, όλα τα μέρη είναι ίδια και ο Σκοτεινός σε έχει σημαδέψει.
Ο Ματ τον τράβηξε από το μανίκι, αλλά ο Ραντ πήρε το χέρι του και κοίταξε τα σπίτια. Δεν ήθελε να σταματήσει, αλλά ήθελε να τα δει και να τα θυμάται. Μοιάζει τόσο πολύ με το σπίτι σον, αλλά δεν θα το ξαναδείς, ε;
Ο Ματ τον ξανατράβηξε. Το πρόσωπό του ήταν τεταμένο και η επιδερμίδα γύρω από το στόμα και τα μάτια χλωμή. “Έλα”, μουρμούρισε ο Ματ. “Έλα”. Κοίταξε το χωριό, σαν να υποψιαζόταν πως κάτι κρυβόταν εκεί. “Έλα. Ακόμα δεν μπορούμε να σταματήσουμε”.
Ο Ραντ στριφογύρισε επιτόπου, κοιτάζοντας ολόκληρο το χωριό και αναστέναξε. Δεν απείχαν πολύ από την Ασπρογέφυρα. Αν ο Μυρντράαλ μπορούσε να περάσει από το τείχος της Ασπρογέφυρας χωρίς να φανεί, δεν θα δυσκολευόταν καθόλου να ψάξει αυτό το χωριουδάκι. Άφησε τον Ματ να τον παρασύρει στην ύπαιθρο παραπέρα και οι καλαμοσκεπές έμειναν πίσω.
Έψαχναν ακόμα όταν έπεσε η νύχτα και βρήκαν μέρος με το φεγγαρόφωτο, κάτω από μερικούς θάμνους που είχαν ακόμα τα νεκρά φύλλα τους. Γέμισαν τις κοιλιές τους από το παγωμένο νερό ενός ρηχού ρυακιού εκεί κοντά και κουλουριάστηκαν στο χώμα, τυλιγμένοι με τους μανδύες τους, δίχως φωτιά. Η φωτιά θα φαινόταν το κρύο ήταν προτιμότερο.
Ο Ραντ ξυπνούσε συχνά, ταραγμένος από τις αναμνήσεις και, κάθε φορά, άκουγε τον Ματ να μουρμουρίζει και να σαλεύει στον ύπνο του. Δεν είχε δει όνειρο, αυτό θα το θυμόταν, αλλά δεν κοιμόταν καλά. Ποτέ δεν θα ξαναδείς το σπίτι σου.
Δεν ήταν η μόνη νύχτα που περνούσαν, έχοντας μονάχα τους μανδύες τους για προστασία από τον άνεμο και, μερικές φορές, από τη βροχή, που τους έλουζε παγωμένη. Δεν ήταν η μόνη φορά που δειτινούσαν με κρύο νερό και τίποτα άλλο. Οι δυο μαζί είχαν αρκετά νομίσματα για να φάνε μερικές φορές σε πανδοχείο, αλλά ένα κρεβάτι θα τους έπεφτε ακριβό. Τα πράγματα κόστιζαν περισσότερο έξω από τους Δύο Ποταμούς, πιο πολύ σ’ αυτή την όχθη του Αρινέλε παρά στο Μπάερλον. Έπρεπε να φυλάξουν για ώρα ανάγκης τα χρήματα που τους είχαν απομείνει.
Ένα βραδάκι ο Ραντ ανέφερε το εγχειρίδιο με το ρουμπίνι στη λαβή, ενώ προχωρούσαν στο δρόμο. Οι κοιλιές τους ήταν τόσο άδειες, που ούτε καν γουργούριζαν, ο αδύναμος ήλιος έστεκε χαμηλά και το μόνο που φαινόταν για να περάσουν τη νύχτα ήταν πάλι θάμνοι. Σκοτεινά σύννεφα πύκνωναν στον ουρανό, έτοιμα να βρέξουν τη νύχτα. Ο Ραντ ήλπισε να ήταν τυχεροί. Μπορεί να έριχναν απλώς λίγη παγωμένη ψιχάλα.
Έκανε μερικά βήματα ακόμα και μετά κατάλαβε ότι ο Ματ είχε σταματήσει. Σταμάτησε κι αυτός, κούνησε τα δάχτυλά του στις μπότες του. Τουλάχιστον ένιωθε τα πόδια του ζεστά. Χαλάρωσε τα λουριά στους ώμους του. Η τυλιγμένη κουβέρτα του και το μαζεμένο παλτό του Ματ δεν ήταν βαριά, αλλά ακόμα και μερικά κιλά βάραιναν πολύ μετά από αρκετά μίλια πορεία με άδειο στομάχι. “Τι έγινε, Ματ;” είπε.
“Γιατί καίγεσαι τόσο να το πουλήσεις;” ρώτησε επιτακτικά ο Ματ. “Εγώ το βρήκα, στο κάτω-κάτω. Σκέφτηκες καθόλου ότι ίσως θέλω να το κρατήσω; Τουλάχιστον για λίγο. Αν θέλεις να πουλήσεις κάτι, πούλα το παλιόσπαθο!”
Ο Ραντ χάιδεψε τη λαβή με το σήμα του ερωδιού. “Το σπαθί μου το έδωσε ο πατέρας μου. Ήταν δικό του. Δεν θα σου ζητούσα να πουλήσεις κάτι που σου είχε δώσει ο πατέρας σου. Μα το αίμα και τις στάχτες, Ματ, σου αρέσει να πεινάς; Και, τέλος πάντων, αν έβρισκα κάποιον να το πουλήσω, πόσο θα μας έδινε; Τι να το κάνει ένας αγρότης το σπαθί; Μ’ αυτό το ρουμπίνι μπορεί να βγάζαμε αρκετά για να φτάσουμε το Κάεμλυν με άμαξα. Μπορεί και στην Ταρ Βάλον. Και θα τρώγαμε πάντα σε πανδοχείο και θα κοιμόμασταν κάθε βράδυ σε κρεβάτι. Μήπως σου αρέσει να περπατήσουμε το μισό κόσμο και να κοιμόμαστε στο χώμα;” Αγριοκοίταξε τον Ματ κι αυτός του ανταπέδωσε το βλέμμα.