Στάθηκαν έτσι στη μέση του δρόμου, ώσπου ξαφνικά ο Ματ σήκωσε αμήχανα τους ώμους και χαμήλωσε το βλέμμα. “Σε ποιον να το πουλήσω, Ραντ; Ένας αγρότης, αναγκαστικά, θα μας πλήρωνε με κότες· δεν θα μπορούσαμε να αγοράσουμε άμαξα με κότες. Και αν το έδειχνα καν σε κάποιο χωριό που περάσαμε, μάλλον θα έλεγαν ότι το κλέψαμε. Μόνο το Φως ξέρει τι θα γινόταν μετά”.
Μετά από λίγο, ο Ραντ ένευσε απρόθυμα. “Έχεις δίκιο. Το ξέρω. Συγνώμη· δεν ήθελα να σου βάλω τις φωνές. Είναι που πεινάω και τα πόδια μου πονάνε”.
“Και τα δικά μου”. Ξαναπήραν το δρόμο, περπατώντας πιο κουρασμένα απ’ όσο πριν. Ο άνεμος δυνάμωσε, τίναξε σκόνη στα πρόσωπά τους. “Και τα δικά μου”. Ο Ματ έβηξε.
Σε κάποια αγροκτήματα έβρισκαν ένα πιάτο φαΐ και περνούσαν μερικά βράδια μακριά από το κρύο. Οι θημωνιές ήταν, σχεδόν, εξίσου ζεστές μ’ ένα δωμάτιο που είχε τζάκι, τουλάχιστον σε σύγκριση με τον ύπνο κάτω από τους θάμνους. Ακόμα κι όταν δεν υπήρχε μουσαμάς, μπορούσαν να τρυπώσουν μέσα και να μείνουν στα στεγνά, αν η βροχή δεν ήταν πυκνή. Μερικές φορές ο Ματ τολμούσε να κλέψει αυγά και, κάποια φορά, δοκίμασε να αρμέξει αγελάδα, που την είχαν αφήσει δεμένη αφύλαχτη σε ένα χωράφι για να βοσκήσει. Οι περισσότερες αγροικίες όμως είχαν σκυλιά και τα σκυλιά στις αγροικίες φύλαγαν καλά. Ο Ραντ πίστευε πως το να τρέχουν δυο μίλια με τα σκυλιά να γαβγίζουν πίσω τους παραήταν υψηλό τίμημα για δυο-τρία αυγά, ειδικά όταν τα σκυλιά έκαναν ώρες να φύγουν και να τους αφήσουν να κατέβουν από το δέντρο στο οποίο είχαν καταφύγει. Πιο πολύ μετάνιωνε για τις χαμένες ώρες.
Μπορεί του Ραντ να μην του άρεσε, αλλά προτιμούσε να πλησιάζει τα αγροτόσπιτα στ’ ανοιχτά, μέρα-μεσημέρι. Μερικές φορές οι αγρότες ούτως ή άλλως αμολούσαν τα σκυλιά, δίχως να πουν λέξη, επειδή οι φήμες και οι καιροί ήταν τέτοιοι, που όσοι ζούσαν απομονωμένοι ένιωθαν νευρικότητα μπροστά σε ξένους. Αλλά συχνά κατέληγαν να κόβουν ξύλα, ή να κουβαλούν νερό για καμιά ώρα, με αντάλλαγμα ένα πιάτο φαΐ και ένα κρεβάτι, έστω κι αν το κρεβάτι ήταν ένας σωρός άχυρα στον αχυρώνα. Αλλά μια-δυο ώρες που έκαναν αγγαρείες στο φως της μέρας, σήμαιναν ότι μια-δυο ώρες έμεναν στο ίδιο σημείο και ο Μυρντράαλ είχε μια-δυο ώρες περισσότερες για να τους προφτάσει. Μερικές φορές αναρωτιόταν πόσα μίλια την ώρα μπορούσε να κάνει ένας Ξέθωρος. Τσιγκουνευόταν κάθε λεπτό που έχαναν - λιγότερο, βέβαια, όταν καταβρόχθιζε τη σούπα που είχε μαγειρέψει η νοικοκυρά. Και όταν δεν είχαν φαγητό, μπορεί να ήξερε ότι, τουλάχιστον, δεν είχαν σπαταλήσει λεπτό, αλλά αυτό δεν βοηθούσε την άδεια κοιλιά τους. Ο Ραντ δεν μπορούσε να αποφασίσει τι ήταν χειρότερο, να πεινούν, ή να χάνουν το χρόνο τους, αλλά ο Ματ δεν ανησυχούσε μονάχα για την κοιλιά του, ή γι’ αυτόν που τους καταδίωκε.
“Τι ξέρουμε γι’ αυτούς, στο κάτω-κάτω;” ζήτησε να μάθει ο Ματ ένα απόγευμα, εκεί που καθάριζαν τα χωρίσματα σε ένα μικρό αγρόκτημα.
“Μα το Φως, Ματ, τι ξέρουν αυτοί για μας;” Ο Ραντ φτερνίστηκε. Δούλευαν γυμνοί από τη μέση και πάνω· το σώμα τους κολλούσε ιδρώτα και άχυρα και κόκκοι σκόνης από τα άχυρα έπλεαν στον αέρα. “Αυτό που ξέρω είναι ότι θα μας φιλέψουν ψητό αρνί και θα μας δώσουν κανονικό κρεβάτι να κοιμηθούμε”.
Ο Ματ έχωσε το δικράνι στα άχυρα και την κοπριά και με σμιγμένα τα φρύδια λοξοκοίταξε τον αγρότη, που ερχόταν από το πίσω μέρος του αχυρώνα, κρατώντας στο ένα χέρι κουβά και στο άλλο σκαμνί για το άρμεγμα. Ήταν ένας άνδρας με καμπουριασμένους ώμους, επιδερμίδα τραχιά σαν πετσί και αραιά, γκρίζα μαλλιά. Ο αγρότης κοντοστάθηκε, όταν είδε τον Ματ να τον κοιτάζει, έπειτα τράβηξε το βλέμμα και βγήκε γρήγορα από τον αχυρώνα, χύνοντας στη βιασύνη του γάλα από το χείλος του κουβά.
“Κάτι ετοιμάζει, σου λέω”, είπε ο Ματ. “Είδες που δεν ήθελε να με κοιτάξει στα μάτια; Γιατί είναι τόσο καλοί σε δυο περιπλανώμενους που είδαν νια πρώτη φορά στη ζωή τους; Εδώ σε θέλω”.
“Η γυναίκα του είπε ότι της θυμίζουμε τα εγγόνια της. Πάψε να ανησυχείς γι’ αυτούς. Αυτό που πρέπει να μας ανησυχεί είναι πίσω μας. Ελπίζω”.
“Κάτι ετοιμάζει”, μουρμούρισε ο Ματ.
Όταν τελείωσαν, ξεπλύθηκαν στη γούρνα που ήταν μπροστά στο στάβλο, ενώ οι σκιές τους απλώνονταν μακριές στο φως του ήλιου που βασίλευε. Ο Ραντ σκουπίστηκε με το πουκάμισό του, καθώς πλησίαζαν την αγροικία. Ο αγρότης τους αντάμωσε στην πόρτα. Έγερνε στην πολεμική ράβδο του με επιτηδευμένη στάση άνεσης. Πίσω του, η γυναίκα του έσφιγγε την ποδιά στα χέρια και κοίταζε πάνω από τον ώμο του, μασώντας τα χείλια της. Ο Ραντ αναστέναξε· φαινόταν πως δεν τους θύμιζαν πια τα εγγόνια τους.