Выбрать главу

“Απόψε θα έρθουν να μας δουν τα παιδιά μας”, είπε ο ηλικιωμένος. “Και τα τέσσερα. Το είχα ξεχάσει. Έρχονται και τα τέσσερα. Μεγάλα παλικάρια. Χεροδύναμα. Όπου να ’ναι θα έρθουν. Δεν έχουμε το κρεβάτι που σας είπαμε”.

Η γυναίκα του άπλωσε ένα μικρό μπογαλάκι, δεμένο με πετσέτα. “Πάρτε. Είναι ψωμί, τυρί, τουρσί, αρνάκι. Φτάνει να φάτε κανά-δυο φορές. Πάρτε”. Το όλο ρυτίδες πρόσωπό της τους παρακαλούσε να το πάρουν και να φύγουν.

Ο Ραντ πήρε το δεματάκι. “Ευχαριστώ. Καταλαβαίνω. Έλα, Ματ”.

Ο Ματ τον ακολούθησε, γκρινιάζοντας, ενώ φορούσε το πουκάμισό του. Ο Ραντ σκέφτηκε πως το καλύτερο θα ήταν να προχωρήσουν όσο πιο πολύ μπορούσαν, πριν σταθούν για να φάνε. Ο γερο-αγρότης είχε σκύλο.

Σκέφτηκε πως θα μπορούσε να ήταν και χειρότερα. Τρεις μέρες πιο πριν, ενώ δούλευαν, τους είχαν αμολήσει τα σκυλιά. Τα σκυλιά και ο αγρότης και οι δύο γιοι του, που ανέμιζαν στειλιάρια, τους κυνήγησαν ως το Δρόμο του Κάεμλυν και μισό μίλι παραπέρα, πριν σταματήσουν. Ο Ραντ και ο Ματ μόλις που είχαν προλάβει να πάρουν τα πράγματά τους και να τρέξουν. Ο αγρότης κρατούσε τόξο με τραβηγμένο το βέλος με την πλατιά μύτη.

“Μην ξαναγυρίσετε, ακούτε;” τους είχε φωνάξει από πίσω. “Δεν ξέρω τι ετοιμάζετε, αλλά δεν θέλω να ξαναδώ τα ύπουλα τα μάτια σας μπροστά μου!”

Ο Ματ έπιασε το τόξο του κι έκανε να γυρίσει, αλλά τον τράβηξε ο Ραντ. “Τρελάθηκες;” Ο Ματ τον κοίταξε σκυθρωπά, τουλάχιστον όμως συνέχισε να τρέχει.

Ο Ραντ, μερικές φορές, αναρωτιόταν αν άξιζε τον κόπο να σταματούν σε αγροκτήματα. Όσο πιο πολύ προχωρούσαν, τόσο πιο καχύποπτος γινόταν ο Ματ με τους ξένους και τόσο πιο δύσκολα το έκρυβε. Ούτε και ήθελε να το κρύψει. Για την ίδια δουλειά τους έδιναν όλο και λιγότερο φαγητό και μερικές φορές δεν τους πρόσφεραν καν τον αχυρώνα για να πλαγιάσουν. Αλλά τότε ο Ραντ σκέφτηκε μια λύση σε όλα τα προβλήματά τους, ή τουλάχιστον έτσι του φάνηκε, και του ήρθε στη φάρμα των Γκρίνγουελ,

Ο αφέντης Γκρίνγουελ και η γυναίκα του είχαν εννιά παιδιά και το μεγαλύτερο ήταν μια κοπέλα, το πολύ ένα χρόνο μικρότερη από τον Ραντ και τον Ματ. Ο αφέντης Γκρίνγουελ ήταν ένας γεροδεμένος άνδρας και με τόσα παιδιά μάλλον δεν είχε ανάγκη από άλλη βοήθεια, αλλά τους κοίταξε από πάνω ως κάτω, είδε τα βρώμικα από το ταξίδι ρούχα και τις σκονισμένες μπότες και δήλωσε πως πάντα βρισκόταν δουλειά για μερικά χέρια ακόμα. Η κυρά Γκρίνγουελ είπε ότι, αν ήθελαν να φάνε στο τραπέζι τους, δεν θα κάθονταν φορώντας αυτά τα καταλερωμένα ρούχα. Ήταν έτοιμη να βάλει μπουγάδα και μερικά παλιόρουχα του άνδρα της θα τους έρχονταν κουτί για να δουλέψουν. Χαμογέλασε όπως το έλεγε και, για μια στιγμή, του Ραντ του θύμισε την κυρά αλ’Βερ, αν και τα μαλλιά της ήταν κίτρινα- δεν είχε δει άλλοτε μαλλιά με τέτοιο χρώμα. Ακόμα και ο Ματ έδειξε να χαλαρώνει λιγάκι, όταν τον άγγιξε το χαμόγελό της. Η μεγαλύτερη κόρη ήταν κάτι διαφορετικό.

Η Έλσε, μια όμορφη μελαχρινή με μεγάλα μάτια, τους χαμογελούσε πονηρά κάθε φορά που δεν την έβλεπαν οι γονείς της. Ενώ αυτοί μετέφεραν βαρέλια και σακιά με σιτάρι στον στάβλο, εκείνη έγερνε πάνω από την πόρτα ενός χωρίσματος, μασώντας την άκρη της κοτσίδας της και κοιτάζοντας τους. Πιο πολύ κοίταζε τον Ραντ. Εκείνος προσπάθησε να την αγνοήσει, αλλά μετά από μερικά λεπτά έβαλε το πουκάμισο που του είχε δανείσει ο αφέντης Γκρίνγουελ. Ήταν στενό στους ώμους και κοντό, αλλά ήταν καλύτερο από το τίποτα. Η Έλσε γέλασε δυνατά όταν το φόρεσε. Ο Ραντ σκέφτηκε πως αυτή τη φορά δεν θα έφταιγε ο Ματ, όταν θα τους έδιωχναν.

Ο Πέριν θα ήξερε πώς να τα βγάλει πέρα, σκέφτηκε. Κάτι θα έβρισκε να πει και σε λίγο η κοπέλα θα γελούσε με τ’ αστεία του, αντί να κάθεται και να χαζεύει. Μόνο που δεν του ερχόταν τίποτα να πει, κανένα αστείο. Κάθε φορά που κοίταζε προς το μέρος της, εκείνη του έστελνε τέτοιο χαμόγελο, που ο πατέρας της θα ξαμολούσε τα σκυλιά αν το έβλεπε. Κάποια στιγμή, είπε στον Ραντ πως της άρεσαν οι ψηλοί. Όλα τα αγόρια στις γύρω φάρμες ήταν κοντά. Ο Ματ κάγχασε με άσχημο ύφος. Ο Ραντ ευχήθηκε να μπορούσε να πει κάποιο αστείο και προσπάθησε να αφοσιωθεί στο δικράνι του.

Τα μικρότερα παιδιά του φαίνονταν σαν ευλογία. Η επιφυλακτικότητα του Ματ υποχωρούσε όταν γύρω του υπήρχαν παιδιά. Μετά το δείπνο, βολεύτηκαν όλοι μπροστά στο τζάκι. Ο αφέντης Γκρίνγουελ καθόταν στην αγαπημένη του πολυθρόνα βάζοντας ταμπάκο στην πίπα του και η κυρά Γκρίνγουελ έβγαλε το κουτί με τα σύνεργα της ραπτικής της και πήρε τα πουκάμισά τους, που τα είχε πλύνει. Ο Ματ έβγαλε τα πολύχρωμα μπαλάκια του Θομ και άρχισε να τα παίζει. Αυτό το έκανε μονάχα όταν υπήρχαν παιδιά. Τα παιδιά γέλασαν, όταν υποκρινόταν πως του έπεφταν τα μπαλάκια και τα άρπαζε την τελευταία στιγμή και χειροκρότησαν, βλέποντας τα σιντριβάνια και τα οχτάρια και τον κύκλο που έκανε με έξι μπαλάκια, που, παραλίγο, θα του έπεφταν στ’ αλήθεια. Αλλά το χάρηκαν και ο αφέντης Γκρίνγουελ με την κυρά του ζητωκραύγαζαν δυνατά, σαν τα παιδιά τους. Όταν ο Ματ τελείωσε και έσκυψε, κάνοντας μια υπόκλιση φανταχτερή σαν του Θομ, ο Ραντ έβγαλε από τη θήκη το φλάουτο του Θομ.