Ποτέ δεν έπιανε το όργανο δίχως θλίψη. Όταν άγγιζε τα σπειροειδή ποικίλματά του από χρυσό και ασήμι ένιωθε σαν να άγγιζε τη μνήμη του Θομ. Ποτέ δεν έπιανε την άρπα, παρά μόνο για να δει αν ήταν απείραχτη και στεγνή ―ο Θομ πάντα έλεγε πως η άρπα δεν ήταν για τα αδέξια χέρια ενός αγρστόπαιδου- αλλά, κάθε φορά που κάποιος αγρότης τους επέτρεπε να μείνουν, πάντα έπαιζε ένα σκοπό στο φλάουτο μετά το δείπνο. Ήταν απλώς κάτι παραπανίσιο για να ξεπληρώσει τον αγρότη και ίσως ένας τρόπος για να κρατά ζωντανή την ανάμνηση του Θομ.
Τώρα που ο Ματ είχε δημιουργήσει μια κεφάτη ατμόσφαιρα με τα μπαλάκια, ο Ραντ έπαιξε το “Τρία Κορίτσια στο Λιβάδι”. Ο αφέντης και η κυρά Γκρίνγουελ χτυπούσαν ρυθμικά παλαμάκια και τα πιο μικρά παιδιά χόρευαν τριγύρω, ακόμα και το πιο μικρό αγοράκι, το οποίο μόλις μπορούσε να περπατήσει, που χτυπούσε τα πόδια με το ρυθμό του τραγουδιού. Ο Ραντ ήξερε πως δεν θα κέρδιζε βραβείο στο Μπελ Τάιν, αλλά, μετά τα μαθήματα του Θομ, δεν θα ντρεπόταν να διαγωνιστεί.
Η Έλσε καθόταν σταυροπόδι μπροστά στη φωτιά και, όταν ο Ραντ χαμήλωσε το φλάουτο μετά την τελευταία νότα, έγειρε μπροστά μ’ ένα αργόσυρτα αναστεναγμό και του χαμογέλασε. “Παίζεις τόσο ωραία. Ποτέ δεν άκουσα κάτι τόσο ωραίο”.
Η κυρά Γκρίνγουελ ξαφνικά σταμάτησε να ράβει και έριξε μια ματιά στη θυγατέρα της με το φρύδι υψωμένο, έπειτα κοίταξε εξεταστικά τον Ραντ.
Εκείνος είχε πιάσει τη θήκη για να βάλει το φλάουτο, αλλά κάτω από το βλέμμα της άφησε τη θήκη να πέσει και μαζί παραλίγο θα έπεφτε και το φλάουτο. Αν τον κατηγορούσε ότι έκανε τα γλυκά μάτια στην κόρη της... Απελπισμένος, ξανάφερε το φλάουτο στα χείλη και έπαιξε άλλο ένα τραγούδι και μετά άλλο ένα κι άλλο ένα. Η κυρά Γκρίνγουελ τον κοίταζε συνεχώς. Έπαιξε το “Ο Άνεμος που Σείει την Ιτιά” και το “Ο Γυρισμός από το Πέρασμα του Τάργουιν” και το “Ο Πετεινός της Κυράς Αϋνόρα” και το “Η Γέρικη Μαύρη Αρκούδα”.
Ήταν αργά το βράδυ, όταν τελικά ο αφέντης Γκρίνγουελ σηκώθηκε από την πολυθρόνα, γελώντας πνιχτά και τρίβοντας τα χέρια. “Μπορεί να μη διασκεδάζουμε συχνά έτσι, αλλά τέτοια ώρα έπρεπε να κοιμόμαστε. Εσείς που ταξιδεύετε έχετε δικές σας ώρες, αλλά στη φάρμα οι δουλειές αρχίζουν από το χάραμα. Για να πω την αλήθεια, παλικάρια μου, έχει τύχει να πληρώσω λεφτά σε πανδοχείο για παράσταση που δεν ήταν καλύτερη από τη δικιά σας. Χειρότερη κιόλας”.
“Νομίζω ότι τους αξίζει μια ανταμοιβή, πατέρα”, είπε η κυρά Γκρίνγουελ, καθώς σήκωνε το μικρότερο αγόρι της, που είχε κοιμηθεί από ώρα μπροστά στο τζάκι. “Ο στάβλος δεν είναι μέρος για ύπνο. Ας κοιμηθούν στο δωμάτιο της Έλσε απόψε κι αυτή θα κοιμηθεί μαζί μου”.
Η Έλσε έκανε μια γκριμάτσα. Δεν σήκωσε το κεφάλι της, αλλά ο Ραντ την είδε. Του φάνηκε ότι την είχε δει και η μητέρα της.
Ο αφέντης Γκρίνγουελ ένευσε. “Ναι, ναι, καλύτερα εκεί παρά στον στάβλο. Αν δεν σας πειράζει να κοιμηθείτε δύο σ’ ένα κρεβάτι, δηλαδή”. Ο Ραντ κοκκίνισε· η κυρά Γκρίνγουελ ακόμα τον κοίταζε. “Θα ’θελα να ακούσω κι άλλο φλάουτο. Και να δω να παίζετε τα μπαλάκια. Να σας πω, έχω κάτι δουλίτσες να κάνετε αύριο και—”
“Θα θέλουν να ξεκινήσουν νωρίς, πατέρα”, τον έκοψε η κυρά Γκρίνγουελ. “Το άλλο χωριό που θα βρουν στο δρόμο τους είναι το Άριεν και, αν θέλουν να δοκιμάσουν την τύχη τους στο πανδοχείο, θα πρέπει να περπατήσουν όλη μέρα για να φτάσουν πριν νυχτώσει”.
“Ναι, κυρά”, είπε ο Ραντ, “έτσι είναι. Και σ’ ευχαριστώ”.
Τον κοίταξε χαμογελώντας με σφιγμένα χείλη, σαν να ήξερε πολύ καλά πως το ευχαριστώ του δεν ήταν μονάχα για τη συμβουλή της, αλλά για κάτι πέρα από το φαΐ και το ζεστό κρεβάτι.
Όλόκληρη την επόμενη μέρα ο Ματ τον δούλευε για την Έλσε, καθώς προχωρούσαν στο δρόμο. Ο Ραντ πάσχιζε να αλλάξει κουβέντα και το πρώτο που του ερχόταν στο μυαλό ήταν η υπόδειξη να παίξουν στο πανδοχείο. Το πρωί, με την Έλσε να δείχνει μουτρωμένη και την κυρά Γκρίνγουελ να τους κοιτάζει με ύφος που έλεγε πως ευτυχώς τους ξεφορτωνόταν χωρίς να γίνει μεγάλη ζημιά, η ιδέα ήταν ένας τρόπος για να κλείσει το στόμα του Ματ. Όταν έφτασαν στο άλλο χωριό, ήταν κάτι διαφορετικό.
Ενώ σουρούπωνε, μπήκαν στο μοναδικό πανδοχείο του Άριεν και ο Ραντ μίλησε στον πανδοχέα. Έπαιξαν το “Πέραμα του Ποταμού” —που ο πανδοχέας το ονόμαζε “Αγαπημένη Σάρα”— και την αρχή από το “Ο Δρόμος για το Νταν Άριν” και ο Ματ έπαιξε λίγο με τα μπαλάκια και το αποτέλεσμα ήταν ότι εκείνο το βράδυ κοιμήθηκαν σε κρεβάτι και έφαγαν ψητές πατάτες και καυτό βοδινό κρέας. Μπορεί βεβαίως να ήταν το μικρότερο δωμάτιο του πανδοχείου και να βρισκόταν στο πίσω μέρος κάτω από τα πρόστεγα, αλλά ήταν κρεβάτι κάτω από στέγη. Και, κατά τη γνώμη του Ραντ, το καλύτερο ήταν που όλη τη μέρα είχαν ταξιδέψει χωρίς να χάσουν ώρα. Και οι πελάτες του πανδοχείου δεν έδειχναν να ενοχλούνται, που ο Ματ τους κοίταζε καχύποπτα. Μερικοί, μάλιστα, κοιτάζονταν και μεταξύ τους με μισό μάτι. Τέτοιους καιρούς ήταν συνηθισμένη η δυσπιστία απέναντι στους ξένους και στα πανδοχεία πάντα υπήρχαν ξένοι.