Ο Ραντ εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε καλύτερο από κάθε άλλη φορά από τότε που είχαν φύγει από την Ασπρογέφυρα, παρά το ότι μοιραζόταν το ίδιο κρεβάτι με τον Ματ, που όλη τη νύχτα μουρμούριζε. Το πρωί ο πανδοχέας προσπάθησε να τους πείσει να μείνουν κανά-δυο μέρες ακόμα, αλλά, όταν είδε ότι δεν γινόταν τίποτα, φώναξε έναν αγρότη με τσιμπλιασμένα μάτια, που το βράδυ είχε πιει μερικά ποτηράκια παραπάνω και δεν είχε μπορέσει να πάει με το κάρο σπίτι. Μια ώρα μετά, ο Ραντ και ο Ματ ήταν πέντε μίλια ανατολικότερα, ξαπλωμένοι ανάσκελα στα άχυρα του κάρου του Ήζιλ Φόρνεϋ.
Αυτός έγινε ο τρόπος που ταξίδευαν. Με λίγη τύχη κι αν έβρισκαν ένα-δυο κάρα ή άμαξες για να τους πάρουν, σχεδόν πάντα κατάφερναν να φτάσουν στο επόμενο χωριό πριν σκοτεινιάσει. Αν το χωριό είχε περισσότερα από ένα πανδοχεία, τότε οι ιδιοκτήτες τους έκαναν πλειστηριασμό μόλις άκουγαν το φλάουτο του Ραντ και έβλεπαν τον Ματ να παίζει μπαλάκια. Οι δυο μαζί δεν έφτιαχναν έναν κανονικό Βάρδο, αλλά οι πιο πολλοί χωρικοί σπάνια έβλεπαν κάτι καλύτερο. Αν η πολιτειούλα είχε και δεύτερο, ή και τρίτο πανδοχείο, αυτό σήμαινε ότι θα είχαν καλύτερο δωμάτιο, μεγαλύτερες μερίδες και καλύτερο κρέας και, μερικές φορές, κάποια χάλκινα στην τσέπη όταν έφευγαν. Τα πρωινά, σχεδόν πάντα έβρισκαν κάποιον να τους πάρει μαζί του, κάποιον αγρότη, που είχε ξενυχτήσει πίνοντας, κάποιον έμπορο, που τον είχαν διασκεδάσει και δεν τον πείραζε αν θα κάθονταν στο πίσω μέρος της άμαξάς του. Ο Ραντ άρχισε να σκέφτεται πως δεν θα είχαν άλλα προβλήματα πριν το Κάεμλυν. Αλλά μετά έφτασαν στους Τέσσερις Βασιλιάδες.
32
Τέσσερις Βασιλιάδες στη Σκιά
Μπορεί να ήταν πολύ μεγάλο για χωριό, αλλά το μέρος παραήταν άθλιο για να έχει τέτοιο όνομα όπως Τέσσερις Βασιλιάδες. Ως συνήθως, ο Δρόμος του Κάεμλυν περνούσε ευθεία από το κέντρο της πόλης, αλλά υπήρχε ένας δρόμος με μεγάλη κυκλοφορία, που ερχόταν από το νότο. Τα περισσότερα χωριά έπαιζαν το ρόλο της αγοράς και του σημείου συνάντησης των αγροτών της περιοχής, αλλά εδώ ήταν λιγοστοί οι αγρότες. Οι Τέσσερις Βασιλιάδες επιβίωναν ως σταθμός για τα καραβάνια των εμπόρων που πήγαιναν στο Κάεμλυν και στις πόλεις μεταλλωρύχων των Ορέων της Ομίχλης πέρα από το Μπάερλον, όπως επίσης και στα ενδιάμεσα χωριά. Ο νότιος δρόμος ήταν για το εμπόριο του Λάγκαρντ με τα ορυχεία της δύσης· οι Λαγκαρντιανοί έμποροι που πήγαιναν στο Κάεμλυν είχαν πιο σύντομη διαδρομή. Η γύρω περιοχή είχε ελάχιστες φόρμες, που η παραγωγή τους μόλις που έφτανε για τους αγρότες και για την πόλη και τα πάντα στο χωριό είχαν στο επίκεντρό τους τους εμπόρους και τις άμαξές τους, τους άνδρες που τις οδηγούσαν και τους εργάτες που ξεφόρτωναν τα εμπορεύματα.
Παντού στους Τέσσερις Βασιλιάδες βρισκόταν διάσπαρτα τεμάχια γυμνής γης γεμάτα σκόνη, που ήταν γεμάτα άμαξες, παρκαρισμένες κολλητά η μια στην άλλη, παρατημένες σε μερικούς φύλακες που βαριόνταν. Οι δρόμοι, γεμάτοι στάβλους και χώρους για άλογα, ήταν αρκετά φαρδιοί για να μπορούν να περνούν οι άμαξες και είχαν βαθιά αυλάκια από τις ρόδες που περνούσαν συνεχώς. Δεν υπήρχε κοινό λιβάδι και τα παιδιά έπαιζαν στους δρόμους, ανάμεσα στις άμαξες, κάτω από τις βρισιές των οδηγών τους. Οι γυναίκες του χωριού έκρυβαν τα κεφάλια με μαντίλες, έσκυβαν τα μάτια και περπατούσαν γρήγορα, ακολουθούμενες, αρκετές φορές, από τέτοια σχόλια των αμαξάδων, που έκαναν τον Ραντ να κοκκινίζει· μερικά ξάφνιαζαν ακόμα και τον Ματ.
Δεν υπήρχαν γυναίκες που να στέκονται στον φράχτη του σπιτιού τους, κουτσομπολεύοντας με τη γειτόνισσά τους. Θλιβερά ξύλινα σπιτάκια στέκονταν δίπλα-δίπλα, με στενά δρομάκια ανάμεσά τους και στα λίγα σημεία που κάποιοι είχαν δεήσει να ασπρίσουν τις πολυκαιρισμένες σανίδες, ο ασβέστης είχε ξεθωριάσει, σαν να είχαν περάσει χρόνια που δεν είχαν ασβεστώσει ξανά. Τα βαριά παντζούρια των σπιτιών είχαν τόσα χρόνια ν’ ανοίξουν, που οι μεντεσέδες είχαν γίνει στερεά κομμάτια σκουριάς. Παντού ακουγόταν φασαρία, κλαγγές από τα σιδεράδικα, φωνές από τους αμαξάδες, τρανταχτά γέλια από τα πανδοχεία της πόλης.