Выбрать главу

Ο Ραντ κατέβηκε από το πίσω μέρος της καλυμμένης με μουσαμά άμαξας ενός έμπορου, όταν έφτασαν μπροστά σε ένα πανδοχείο βαμμένο με φανταχτερά χρώματα, που τραβούσαν το βλέμμα από μακριά ανάμεσά στα μουντά σπιτάκια. Το καραβάνι των αμαξών συνέχισε το δρόμο του. Οι αμαξάδες δεν πρόσεξαν πως ο Ραντ και ο Ματ είχαν κατέβει· Σουρούπωνε και το μόνο που είχαν στο νου τους ήταν να λύσουν τα άλογα και να πάνε στα πανδοχεία τους. Ο Ραντ σκόνταψε στο αυλάκι που είχαν χαράξει οι ρόδες και πήδηξε βιαστικά για να αποφύγει μια βαρυφορτωμένη άμαξα, που ερχόταν από την άλλη μεριά. Ο οδηγός του πέταξε μια βρισιά, καθώς η άμαξα προχωρούσε. Μια γυναίκα του χωριού τον προσπέρασε και συνέχισε το δρόμο της, βιαστικά, χωρίς καν να τον κοιτάξει κατάματα.

“Κάτι έχει αυτό το μέρος”, είπε. Του φάνηκε πως ίσως άκουγε μουσική μέσα στην οχλοβοή, αλλά δεν ήταν σίγουρος. “Δεν μου αρέσει. Ίσως αυτή τη φορά θα ήταν καλύτερα να συνεχίσουμε”.

Ο Ματ του έριξε ένα περιφρονητικό βλέμμα και ύστερα κοίταξε τον ουρανό. Από πάνω τους υπήρχαν σκοτεινά σύννεφα που πύκνωναν. “Και να κοιμηθούμε κάτω από φράχτη απόψε; Με τέτοιο καιρό; Ξανάμαθα πάλι να κοιμάμαι σε κρεβάτι”. Έγειρε το κεφάλι ν’ ακούσει, έπειτα γρύλισε. “Μπορεί κάποιο απ’ αυτά τα μαγαζιά να μην έχει μουσικούς. Πάντως, πάω στοίχημα πως δεν έχουν ταχυδακτυλουργό”. Έριξε το τόξο στους ώμους του και πλησίασε την πόρτα με το λαμπερό κίτρινο χρώμα, κοιτάζοντας εξεταστικά τα πάντα, με τα μάτια του να στενεύουν. Ο Ραντ τον ακολούθησε, νιώθοντας αμφιβολίες.

Μέσα υπήρχαν μουσικοί· το τσίτερ και το τύμπανο τους σχεδόν πνίγονταν ανάμεσα στα τραχιά γέλια και τις μεθυσμένες φωνές. Ο Ραντ δεν έκανε τον κόπο να ψάξει για τον ιδιοκτήτη. Μουσικούς είχαν και τα δύο επόμενα πανδοχεία, μαζί με τον ίδιο εκκωφαντικό θόρυβο. Κακοντυμένοι άνδρες κάθονταν σ’ όλα τα τραπέζια και προχωρούσαν παραπατώντας, κουνώντας κύπελλα και προσπαθώντας να χαϊδέψουν τις γκαρσόνες, που τους απέφευγαν με επιφανειακά, μαρτυρικά χαμόγελα. Τα κτίρια σείονταν από τον ορυμαγδό και υπήρχε μια ξινή μυρωδιά, μια βρώμα χυμένου κρασιού και άπλυτων σωμάτων. Δεν υπήρχε ίχνος από τους εμπόρους με τα μεταξωτά και τα βελούδα και τις δαντέλες τους· ιδιωτικές τραπεζαρίες σε ψηλότερα πατώματα προστάτευαν τα αυτιά και τις μύτες τους. Οι δυο τους απλώς έχωναν το κεφάλι στην πόρτα και μετά έφευγαν. Του φαινόταν πως δεν θα είχαν άλλη επιλογή, παρά να τραβήξουν το δρόμο τους.

Το τέταρτο πανδοχείο, ο Κεφάτος Καροτσέρης, ήταν βουβό.

Ήταν βαμμένο φανταχτερά σαν τα άλλα, με κίτρινο που το στόλιζαν λαμπερό κόκκινο και ένα χολερικό πράσινο, που έδερνε τα μάτια, αν κι εδώ η μπογιά είχε σκάσει και ξεφλούδιζε. Οι δουλειές είχαν βαλτώσει, αν και κάποτε πήγαιναν καλύτερα. Οι γκαρσόνες ήταν όσες και οι πελάτες και πηγαινοέρχονταν πολυάσχολα. Υπήρχαν πολλές δουλειές να γίνουν —η λέρα έκανε κρούστα στο πάτωμα, ιστοί αράχνες γέμιζαν τις γωνιές του ταβανιού― αλλά οι περισσότερες δεν έκαναν τίποτα χρήσιμο, απλώς έτρεχαν για να μην δείχνουν ότι κάθονταν.

Ένας κοκαλιάρης άνδρας, με μακριά μαλλιά που κολλούσαν κι έφταναν ως του ώμους, γύρισε να τους αγριοκοιτάξει καθώς έμπαιναν. Πάνω από τους Τέσσερις Βασιλιάδες ακούστηκε το πρώτο συρτό μουγκρητό του κεραυνού. “Τι θέλετε;” Σκούπιζε τα χέρια του σε μια λιγδερή ποδιά, που κρεμόταν ως τους αστραγάλους. Ο Ραντ αναρωτήθηκε αν η βρωμιά έβγαινε από τα χέρια του ή από την ποδιά. Ήταν ο πρώτος αδύνατος πανδοχέας που είχε δει ποτέ του. “Λοιπόν; Μιλήστε, θα πάρετε κάτι να πιείτε, ή θα πάρετε δρόμο! Μοιάζω με πανηγύρι για να χάσκετε;”

Ο Ραντ, κοκκινίζοντας, έπιασε το λογύδριο που είχε τελειοποιήσει σε τόσα πανδοχεία πριν έρθουν εδώ. “Παίζω φλάουτο και ο φίλος μου μπαλάκια και δεν θα δεις καλύτερους φέτος. Θα γεμίσουμε την κοινή αίθουσα, με αντάλλαγμα ένα καλό δωμάτιο και ένα καλό φαγητό”. Θυμήθηκε τις ξέχειλες κοινές αίθουσες που είχε δει προηγουμένως, ειδικά τον άνδρα που είχε κάνει εμετό μπροστά του στην τελευταία που είχαν περάσει. Παραλίγο θα έχανε τα λόγια του, αλλά συγκρατήθηκε και συνέχισε. “Θα γεμίσουμε το πανδοχείο σου πελάτες και το κόστος μας θα το βγάλεις στο εικοσαπλάσιο με το φαγητό και το ποτό που θα πάρουν. Γιατί να—”

“Έχω έναν που παίζει ντούλτσιμερ”, είπε ξινά ο πανδοχέας.

“Έχεις έναν που όλο πίνει, Σαμλ Χέικ”, είπε μια παχουλή σερβιτόρα. Εκείνη τη στιγμή περνούσε με ένα δίσκο με δύο κύπελλα και κοντοστάθηκε για να χαρίσει ένα χαμόγελο στον Ραντ και τον Ματ, “Τις πιο πολλές φορές δεν βλέπει μπροστά του ούτε για να βρει την κοινή αίθουσα”, τους εκμυστηρεύθηκε ψιθυρίζοντας δυνατά. “Δυο μέρες έχω να τον δω”.