Выбрать главу

Ο Χέικ, χωρίς να τραβήξει το βλέμμα από τον Ραντ και τον Ματ, της άστραψε μια ανάποδη στο μάγουλο. Εκείνη γρύλισε ξαφνιασμένη κι έπεσε στο ασκούπιστο πάτωμα· το ένα κύπελλο έσπασε και το κρασί που χύθηκε έκανε ρυάκια στη λέρα. “Θα σου κρατήσω τα σπασμένα και το κρασί. Πήγαινέ τους να πιούνε. Και μην κάθεσαι. Ο κόσμος δεν πληρώνει για να σε περιμένει που τεμπελιάζεις”. Μιλούσε με την ίδια απάθεια που την είχε χτυπήσει. Οι πελάτες δεν σήκωσαν τα μάτια από κει που έπιναν και οι άλλες σερβιτόρες κοίταζαν αλλού.

Η παχουλή γυναίκα έτριψε το μάγουλό της και έριξε ένα φαρμακερό βλέμμα στον Χέικ, αλλά μάζεψε στο δίσκο το άδειο κύπελλο και τα σπασμένα κομμάτια και έφυγε δίχως λέξη.

Ο. Χέικ ρούφηξε τα δόντια του σκεφτικός, κοιτάζοντας τον Ραντ και τον Ματ. Η ματιά του κοντοστάθηκε στο σπαθί με το σημάδι του ερωδιού, πριν συνεχίσει. “Για να σας πω”, είπε τελικά.

“Μπορείτε να κοιμηθείτε σε κάτι αχυροστρώματα που έχω σε μια άδεια αποθήκη πίσω. Τα δωμάτια είναι ακριβά και δεν τα χαρίζω. Θα φάτε όταν φύγουν όλοι. Όλο και κάτι θα έχει απομείνει”.

Ο Ραντ ευχήθηκε να υπήρχε και άλλο πανδοχείο στους Τέσσερις Βασιλιάδες που να μην το είχαν δοκιμάσει ακόμα. Από τότε που είχαν φύγει από την Ασπρογέφυρα, είχε συναντήσει ψυχρότητα, αδιαφορία και απροκάλυπτη εχθρότητα, μα τίποτα δεν τον είχε ταράξει όσο αυτός ο άνθρωπος κι αυτή η πόλη. Ο Ματ κοίταζε τον Χέικ σαν να υποψιαζόταν κάποια παγίδα, αλλά δεν φαινόταν να θέλει να παρατήσει τον Κεφάτο Καροτσέρη για ένα κρεβάτι στη βατουλιά. Ο κεραυνός τράνταξε τα παράθυρα. Ο Ραντ αναστέναξε.

“Τα αχυροστρώματα μας κάνουν, αν είναι καθαρά και αν έχει μερικές καθαρές κουβέρτες. Αλλά θα φάμε δυο ώρες μετά απ’ όταν σκοτεινιάσει, όχι αργότερα, ό,τι καλύτερο έχεις. Έλα. Να σου δείξουμε τι μπορούμε να κάνουμε”. Έκανε να πιάσει τη θήκη του φλάουτου, αλλά ρ Χέικ κούνησε το κεφάλι.

“Δεν πειράζει. Αυτοί εδώ και να στριγκλίζεις θα τους αρέσει, άμα μοιάζει λιγάκι με μουσική”. Το βλέμμα του άγγιξε πάλι το σπαθί του Ραντ· το αμυδρό χαμόγελό του δεν προχώρησε πέρα από τα χείλη του. “Φάτε όποτε θέλετε, αλλά, αν δεν μαζέψετε κόσμο, θα βρεθείτε πάλι στο δρόμο”. Έκανε νόημα πάνω από τον ώμο του προς δύο άνδρες με σκληρά πρόσωπα, που κάθονταν με την πλάτη στον τοίχο. Δεν έπιναν και τα μπράτσα τους ήταν χοντρά σαν πόδια. Όταν ο Χέικ τους έκανε νόημα, τα μάτια τους στράφηκαν στον Ραντ και τον Ματ, ασυγκίνητα κι ανέκφραστα.

Ο Ραντ ακούμπησε τη λαβή του σπαθιού του κι ευχήθηκε να μην έδειχνε στο πρόσωπο το φτερούγισμα που ένιωθε στο στομάχι του. “Αρκεί να πάρουμε ό,τι συμφωνήσαμε”, είπε ήρεμα.

Ο Χέικ ανοιγόκλεισε τα μάτια και, για μια στιγμή, φάνηκε κι αυτός ανήσυχος, Ένευσε απότομα. “Αυτό δεν είπα; Άντε, αρχίστε. Δεν θα φέρετε κόσμο αν στέκεστε έτσι”. Έφυγε βλοσυρός, φωνάζοντας τις σερβιτόρες, λες και υπήρχαν πενήντα πελάτες που τους αμελούσαν.

Στην άλλη άκρη του δωματίου, κοντά στην πίσω πόρτα, υπήρχε μια μικρή, υπερυψωμένη εξέδρα. Ο Ραντ ανέβασε εκεί έναν πάγκο και βόλεψε δίπλα το μανδύα του, την κουβέρτα του και το δέμα του Θομ, με το σπαθί του από πάνω.

Αναρωτήθηκε, αν ήταν συνετό που φορούσε το σπαθί δίχως να το κρύβει. Τα σπαθιά ήταν κάτι σύνηθες, αλλά το σημάδι του ερωδιού τραβούσε την προσοχή και έδινε αφορμή για υποθέσεις. Όχι απ’ όλους, μα ο Ραντ ένιωθε άβολα κάθε φορά που τους πρόσεχε κάποιος. Άφηναν ένα ξεκάθαρο μονοπάτι για τον Μυρντράαλ — αν οι Ξέθωροι είχαν ανάγκη τέτοιου είδους ίχνη. Δεν έδειχναν κάτι τέτοιο: Πάντως δεν ήθελε να πάψει να το φορά. Του το είχε δώσει ο Ταμ. Ο πατέρας του. Όσο φορούσε το σπαθί, υπήρχε κάποια επαφή ανάμεσά τους, ένα νήμα, που του έδινε το δικαίωμα να ονομάζει ακόμα τον Ταμ πατέρα. Πολύ αργά τώρα, σκέφτηκε. Δεν ήξερε τι εννοούσε, αλλά ήταν σίγουρος πως ήταν αλήθεια. Πολύ αργά.

Με την πρώτη νότα του “Ο Κόκορας από το Βορρά”, οι πεντ’ έξι πελάτες της κοινής αίθουσας σήκωσαν το βλέμμα. Ακόμα και οι δύο μπράβοι έσκυψαν λιγάκι μπροστά. Όλοι χειροκρότησαν όταν τελείωσε, ακόμα και οι δύο σκληροί και άλλη μια φορά, όταν ο Ματ έκανε μια βροχή από πολύχρωμα μπαλάκια να στριφογυρίζει ανάμεσα στα χέρια του. Έξω ο ουρανός μουρμούρισε ξανά. Η βροχή έκανε ακόμα κράτει, αλλά το βάρος της ήταν αισθητό· όσο αργούσε, τόσο πιο δυνατή θα ήταν.

Τα νέα μαθεύτηκαν και, όταν είχε πέσει το σκοτάδι, το πανδοχείο ήταν γεμάτο άνδρες, που γελούσαν και μιλούσαν τόσο δυνατά, που ο Ραντ δεν άκουγε τι έπαιζε. Μόνο οι βροντές σκέπαζαν την οχλοβοή της κοινής αίθουσας. Οι αστραπές άστραφταν στα παράθυρα και στη στιγμιαία παύση ο Ραντ άκουγε αμυδρά τη βροχή, που μαστίγωνε την οροφή. Τώρα οι άνδρες που έμπαιναν άφηναν πίσω τους ποταμάκια στο πάτωμα.