Выбрать главу

Όταν σταματούσε, άκουγε φωνές, που έλεγαν τίτλους σκοπών μέσα στο σαματά. Αρκετά ονόματα του ήταν άγνωστα, αλλά, όταν έβαζε κάποιον να τα σιγοτραγουδήσει, συχνά έβρισκε πως ήξερε το τραγούδι. Αυτό το είχε βρει και σ’ άλλα μέρη. Εδώ το “Ο Τζάιμ ο Ανοιχτόκαρδος” λεγόταν “Ο Χορός της Ρέας” και σε ένα μέρος που είχαν σταματήσει πιο πριν λεγόταν “Τα Χρώματα του Ήλιου”. Μερικά ονόματα δεν άλλαζαν άλλα άλλαζαν δέκα μίλια πιο πέρα και ο Ραντ είχε μάθει επίσης και καινούργια τραγούδια. Ένα καινούργιο ήταν το “Ο Μεθυσμένος Πραματευτής”, αν και μερικές φορές το ονόμαζαν “Ο Μάστορας στην Κουζίνα”. Το “Δύο Βασιλιάδες Ήρθαν για Κυνήγι” λεγόταν “Δύο Άλογα Τρέχουν” και είχε κι αρκετά άλλα ονόματα. Ο Ραντ έπαιζε αυτά που ήξερε και οι πελάτες χτυπούσαν τα τραπέζια για ν’ ακούσουν κι άλλα.

Άλλοι φώναζαν τον Ματ να παίξει πάλι τα μπαλάκια. Μερικές φορές ξεσπούσαν καυγάδες μεταξύ εκείνων που ήθελαν μουσική και εκείνων που ήθελαν επίδειξη δεξιοτεχνίας. Κάποια στιγμή φάνηκε ν’ αστράφτει ένα μαχαίρι και μια γυναίκα τσίριξε, ενώ ένας άνδρας απομακρύνθηκε παραπατώντας από ένα τραπέζι, με αίμα να κυλά στο πρόσωπό του, αλλά ο Τζεκ και ο Στρομ, οι δύο μπράβοι, πλησίασαν σβέλτα και με πλήρη αμεροληψία τον πέταξαν στο δρόμο, γεμίζοντάς καρούμπαλα όσους είχαν σχέση με τον καυγά. Αυτή ήταν η τακτική τους για κάθε φασαρία. Οι κουβέντες και τα γέλια συνεχίστηκαν, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Κανένας δεν κοίταζε γύρω του, παρά μόνο εκείνοι που οι μπράβοι τους είχαν πιάσει και τους σκουντούσαν για να τους βγάλουν έξω.

Οι πελάτες άπλωναν χέρι, όταν οι σερβιτόρες ήταν απρόσεκτες. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Τζεκ ή ο Στρομ αναγκάζονταν να τις σώσουν, αν και πήγαιναν με το πάσο τους. Έτσι που έκανε κάθε φορά ο Χέικ, φωνάζοντας και κουνώντας από τους ώμους τις γυναίκες που έμπλεκαν, έδειχνε ότι το θεωρούσε δικό τους σφάλμα και τα βουρκωμένα μάτια και οι συγνώμες που ψέλλιζαν έδειχναν πως τη γνώμη του τη συμμερίζονταν και οι ίδιες. Οι γυναίκες έτρεμαν κάθε φορά που ο Χέικ συννέφιαζε, ακόμα και όταν κοιτούσε αλλού. Ο Ραντ απορούσε γιατί το ανέχονταν.

Ο Χέικ χαμογελούσε όταν κοίταζε τον Ραντ και τον Ματ. Μετά από λίγο, ο Ραντ κατάλαβε πως ο Χέικ δεν χαμογελούσε σ’ αυτούς· τα χαμόγελα έρχονταν όταν το βλέμμα του γλιστρούσε πίσω τους, εκεί που βρισκόταν το σπαθί του με το σημάδι του ερωδιού. Μια φορά, όταν ο Ραντ ακούμπησε το φλάουτο με τα χρυσά και αργυρά σκαλίσματα πλάι στο σκαμνί του, ο Χέικ χαμογέλασε και στο φλάουτο.

Την επόμενη φορά που άλλαξε θέση με τον Ματ στην εξέδρα, έσκυψε και του μίλησε στο αυτί. Ακόμα και από τόσο κοντά έπρεπε να φωνάζει, αλλά η οχλοβοή ήταν τόση, που αμφέβαλλε αν θα τους άκουγε κανείς. “Ο Χέικ θα πάει να μας κλέψει”.

Ο Ματ ένευσε σαν να ήταν κάτι που περίμενε. “Θα πρέπει να αμπαρώσουμε την πόρτα μας απόψε”.

“Να αμπαρώσουμε την πόρτα; Ο Τζεκ και ο Στρομ μπορούν να γκρεμίσουν πόρτα με τις γροθιές τους. Ας φύγουμε από δω”.

“Τουλάχιστον ας φάμε πρώτα. Πεινάω. Δεν μπορούν να κάνουν τίποτα εδώ”, πρόσθεσε ο Ματ. Ο κόσμος που ξεχείλιζε από την κοινή αίθουσα τους φώναξε ανυπόμονα να συνεχίσουν. Ο Χέικ τους αγριοκοίταζε. “Στο κάτω-κάτω, θέλεις να κοιμηθείς έξω απόψε;” Ο ασυνήθιστα δυνατός πάταγος μιας βροντής έπνιξε κάθε ήχο και, για μια στιγμή, το φως που έμπαινε από τα παράθυρα ήταν δυνατότερο από τις λάμπες.

“Το μόνο που θέλω είναι να φύγουμε από δω χωρίς να μου σπάσουν το κεφάλι”, είπε ο Ραντ, αλλά ο Ματ ήδη έγερνε στο σκαμνί για να ξεκουραστεί. Ο Ραντ αναστέναξε και άρχισε το “Ο Δρόμος για το Ντον Άριν”. Αυτό φαινόταν ότι άρεσε σε πολλούς· το είχε ήδη παίξει τέσσερις φορές και ακόμα φώναζαν και ζητούσαν κι άλλο.

Το πρόβλημα ήταν ότι ο Ματ είχε δίκιο. Κι ο ίδιος πεινούσε. Και δεν έβλεπε πώς μπορούσε να τους δημιουργήσει πρόβλημα ο Χέικ έτσι γεμάτη που ήταν η κοινή αίθουσα και συνέχιζε να γεμίζει αντί να αδειάζει. Για κάθε άνδρα που πετούσαν έξω ο Τζεκ και ο Στρομ, δύο άλλοι έμπαιναν από το δρόμο. Ζητούσαν επιδείξεις ή κάποιο συγκεκριμένο σκοπό, αλλά κυρίως τους ένοιαζε να πιουν και να χαϊδέψουν τις σερβιτόρες. Ένας όμως ήταν διαφορετικός.

Ξεχώριζε στα πάντα μέσα στο πλήθος του Κεφάτου Καροτσέρη. Απ’ ό,τι φαινόταν, οι έμποροι δεν πλησίαζαν αυτό το ελεεινό πανδοχείο· ο Ραντ δεν έβλεπε καν να υπάρχουν ιδιωτικές τραπεζαρίες γι’ αυτούς. Οι πελάτες ήταν όλοι κακοντυμένοι και είχαν την τραχιά επιδερμίδα όσων μοχθούν στον ήλιο και τον αέρα. Αυτός ο άνδρας ήταν παχουλός με λεία επιδερμίδα, τα χέρια του φαίνονταν απαλά, φορούσε βελούδινο παλτό και είχε ριγμένο στον ώμο ένα σκουροπράσινο βελούδινο γιλέκο με φόδρα από γαλάζιο μετάξι. Όλα τα ρούχα του έμοιαζαν ακριβά. Δεν φορούσε μπότες αλλά μαλακά βελούδινα πασουμάκια, που δεν έκαναν για τους γεμάτους χαντάκια δρόμους των Τεσσάρων Βασιλιάδων, ούτε και για κανενός είδους δρόμου μάλιστα.