Είχε έρθει στο πανδοχείο όταν είχε πέσει το σκοτάδι, τινάζοντας τις σταγόνες της βροχής από το μανδύα του, καθώς κοίταζε γύρω, στραβώνοντας το στόμα του με μια έκφραση απέχθειας. Είχε ψάξει με το βλέμμα την αίθουσα μια φορά κι έστριβε να φύγει, όταν τον ξάφνιασε κάτι που δεν είχε δει ο Ραντ και είχε καθίσει σε ένα τραπέζι, που μόλις είχαν αδειάσει ο Τζεκ και ο Στρομ. Μια σερβιτόρα πλησίασε το τραπέζι του και ύστερα από λίγο του έφερε μια κανάτα κρασί, την οποία εκείνος έσπρωξε στο πλάι χωρίς να την ξαναγγίξει. Και τις δύο φορές η σερβιτόρα έμοιαζε να βιάζεται να απομακρυνθεί και δεν είχε προσπαθήσει να την αγγίξει, ούτε καν να την κοιτάξει. Αυτό που υπήρχε πάνω του και προκαλούσε ταραχή, το πρόσεχαν και άλλοι που τον πλησίαζαν. Παρά τη μαλθακή εμφάνισή του, όποτε κάποιος αμαξάς με κάλους στα χέρια αποφάσιζε να κάτσει στο τραπέζι του, μια ματιά αρκούσε για να τον διώξει. Καθόταν σαν να μην υπήρχε κανείς άλλος στην αίθουσα εκτός από αυτόν — και τον Ραντ και τον Ματ. Αυτούς τους δύο τους παρακολουθούσε με τις υψωμένες παλάμες του να αγγίζουν μπροστά στο πρόσωπό του, μ’ ένα δαχτυλίδι να λαμπυρίζει σε κάθε δάχτυλο. Τους παρακολουθούσε μ’ ένα ικανοποιημένο χαμόγελο, που έλεγε ότι τους αναγνώριζε.
Ο Ραντ μίλησε στον Ματ όταν ξανάλλαξαν θέση και ο Ματ ένευσε. “Τον είδα”, απάντησε μουρμουρίζοντας. “Ποιος είναι; Δεν μου βγάζεις από το νου ότι κάπου τον ξέρω”.
Όταν πέρασαν δυο ώρες που έπαιζαν, απ’ όσο μπορούσε να υπολογίσει ο Ραντ, έχωσε το φλάουτο στη θήκη και μάζεψαν με τον Ματ τα υπάρχοντα τους. Καθώς κατέβαιναν από την εξέδρα, ο Χέικ όρμησε φουριόζος, με το στενό πρόσωπό του παραμορφωμένο από το θυμό.
“Είναι ώρα να φάμε”, είπε ο Ραντ για να τον προφτάσει, “και δεν θέλουμε να μας κλέψουν τα πράγματα. Θα το πεις στη μαγείρισσα;” Ο Χέικ κοντοστάθηκε, ακόμα θυμωμένος, προσπαθώντας να πάρει το βλέμμα του από τα πράγματα που είχε ο Ραντ στην αγκαλιά του, δίχως να το καταφέρνει. Ο Ραντ με μια ανέμελη κίνηση έπιασε αλλιώς τα πράγματα κι ακούμπησε το χέρι στη λαβή του σπαθιού του. “Ή μπορείς να προσπαθήσεις να μας πετάξεις έξω”. Έδωσε έμφαση σκοπίμως, έπειτα πρόσθεσε, “Η νύχτα θα τραβήξει πολύ ακόμα και εμείς θα πρέπει να παίζουμε. Πρέπει να έχουμε δύναμη για να δώσουμε καλή παράσταση και να ξοδεύει ο κόσμος τα λεφτά του. Πόσο λες να μείνει γεμάτη η αίθουσα, αν σωριαστούμε κάτω από την πείνα;”
Τα μάτια του Χέικ πετάχτηκαν στην αίθουσα, η οποία ήταν γεμάτη πελάτες που έβαζαν λεφτά στην τσέπη του. Γύρισε και έχωσε το κεφάλι του στην πόρτα που έβγαζε στο πίσω μέρος του πανδοχείου. “Ταΐστε τους!” φώναξε. Πλησίασε τον Ραντ και τον Ματ και είπε άγρια, “Δεν θα τρώτε όλη τη νύχτα. Θέλω να είστε εκεί πάνω μέχρι να φύγει και ο τελευταίος”.
Μερικοί πελάτες ζητούσαν να έρθουν ο μουσικός και ο ταχυδακτυλουργός και ο Χέικ πήγε να τους καταπραΰνει. Μεταξύ των ανήσυχων ήταν και ο άνδρας με το βελούδινο παλτό. Ο Ραντ έκανε νόημα στον Ματ να τον ακολουθήσει.
Μια γερή πόρτα χώριζε την κουζίνα από το μπροστινό μέρος του πανδοχείου και η βροχή που έδερνε τη στέγη ακουγόταν πιο δυνατά από τις φωνές της κοινή αίθουσας, μ’ εξαίρεση όταν κάποια σερβιτόρα άνοιγε την πόρτα. Ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο, ζεστό, γεμάτο ατμούς από τις κουζίνες και τους φούρνους, με ένα πελώριο τραπέζι γεμάτο μισο-ετοιμασμένα φαγητά και έτοιμα πιάτα για σερβίρισμα. Μερικές σερβιτόρες κάθονταν μαζεμένες σε έναν πάγκο κοντά στην πίσω πόρτα, τρίβοντας τα πόδια και φλυαρώντας με τη χοντρή μαγείρισσα, που μιλούσε μαζί τους κι ανέμιζε μια κουτάλα για να τονίσει αυτά που έλεγε. Σήκωσαν το βλέμμα όταν μπήκαν ο Ραντ και ο Ματ, αλλά δεν σταμάτησαν να μιλούν, ή να τρίβουν τα πόδια.
“Θα ’πρεπε να φύγουμε από δω όσο έχουμε μια ευκαιρία”, είπε χαμηλόφωνα ο Ραντ, αλλά ο Ματ κούνησε το κεφάλι, με το βλέμμα καρφωμένο στη μαγείρισσα, που γέμιζε δυο πιάτα με βοδινό κρέας και πατάτες και μπιζέλια. Η γυναίκα, χωρίς να σταματήσει την κουβέντα, άνοιξε χώρο, παραμερίζοντας άλλα πράγματα με τους αγκώνες, ακούμπησε κάτω τα πιάτα τους και τους έβαλε πιρούνια.
“Να φάμε πρώτα και μετά προλαβαίνουμε”. Ο Ματ κάθισε σε έναν πάγκο και άρχισε να χρησιμοποιεί το πιρούνι σαν να ήταν φτυάρι.
Ο Ραντ αναστέναξε, αλλά μιμήθηκε αμέσως τον Ματ. Από το προηγούμενο βράδυ ως τώρα, το μόνο που είχε φάει ήταν η άκρη ενός καρβελιού. Ένιωθε την κοιλιά του άδεια σαν πουγκί ζητιάνου και οι ευωδιές από τα φαγητά που μαγειρεύονταν στην κουζίνα δεν βοηθούσαν την κατάσταση. Αρχισε να τρώει και, πριν προλάβει να τελειώσει το μισό πιάτο του, ο Ματ είχε βάλει τη μαγείρισσα να γεμίσει δεύτερη φορά το δικό του.