Выбрать главу

Δεν ήθελε να κρυφακούσει τις γυναίκες που μιλούσαν, αλλά κάποιες λέξεις ακούστηκαν και τράβηξαν την προσοχή του.

“Μου φαίνεται τρελός”.

“Τρελός ή όχι, εγώ έτσι άκουσα. Πέρασε από τα μισά πανδοχεία της πόλης, πριν έρθει εδώ. Μπήκε μέσα, έριξε μια ματιά και ξαναβγήκε, δίχως να πει κουβέντα, ακόμα και στο Βασιλικό Πανδοχείο. Λες και δεν έβρεχε σταγόνα”.

“Μπορεί να νομίζει ότι εδώ είναι πιο άνετα”. Ξέσπασαν σε δυνατά γέλια.

“Εγώ αυτό που άκουσα είναι ότι έφτασε στους Τέσσερις Βασιλιάδες αφού είχε σκοτεινιάσει και τα άλογά του ήταν λαχανιασμένα, σαν να τα είχε ζορίσει πολύ”.

“Από πού ήρθε, για να τον προφτάσει το σκοτάδι έξω; Μόνο οι χαζοί και οι τρελοί δεν υπολογίζουν πόσες ώρες θα ταξιδεύουν”.

“Χαζός μπορεί να είναι, αλλά πλούσιος χαζός. Ακουσα ότι έχει άλλη άμαξα για τους υπηρέτες και τα μπαγκάζια του. Άκου τι σου λέω, έχει λεφτά η υπόθεση. Είδες το μανδύα του; Δεν θα έλεγα όχι αν μου χάριζαν έναν τέτοιο”.

“Είναι αφρατούλης για τα γούστα μου, αλλά πάντα λέω, μπροστά στο χρυσάφι τι είναι το πάχος”. Διπλώθηκαν στα δύο με τα χαχανητά τους και η μαγείρισσα έγειρε το κεφάλι πίσω και γέλασε σαν να μούγκριζε.

Ο Ραντ έριξε το πιρούνι στο πιάτο του. Μια ανεπιθύμητη σκέψη ανέβλυσε στο νου του. “Έρχομαι σε ένα λεπτό”, είπε. Ο Ματ έχωνε μια πατάτα στο στόμα του και μόλις που ένευσε.

Ο Ραντ σηκώθηκε, πήρε το μανδύα του και ζώστηκε το σπαθί του, καθώς προχωρούσε προς την πίσω πόρτα. Κανένας δεν του έδωσε την παραμικρή σημασία.

Η βροχή έπεφτε ποτάμι. Τύλιξε το μανδύα γύρω από τους ώμους του και τράβηξε την κουκούλα στο κεφάλι του και κράτησε το μανδύα κλειστό, καθώς έτρεχε στην αυλή του στάβλου. Ένα πέπλο νερού έκρυβε τα πάντα, εκτός από τις στιγμές που φωτίζονταν από κάποια αστραπή, αλλά ο Ραντ βρήκε αυτό που έψαχνε. Είχαν πάει τα άλογα στο στάβλο, αλλά οι δύο μαύρες βερνικωμένες άμαξες γυάλιζαν βρεγμένες εκεί έξω. Ακούστηκε ένα μπουμπουνητό και ένας κεραυνός χάραξε τον ουρανό πάνω από το πανδοχείο. Στο φευγαλέο φως, ο Ραντ διέκρινε ένα όνομα γραμμένο με χρυσά γράμματα πάνω από τις πόρτες της καμπίνας. Χάουαλ Γκόουντ.

Ξεχνώντας τη βροχή που τον έλουζε, στάθηκε, κοιτάζοντας το όνομα που δεν έβλεπε πια. Θυμήθηκε πού είχε δει τελευταία φορά μαύρες βερνικωμένες άμαξες με το όνομα των ιδιοκτητών στις πόρτες και καλοζωισμένους άνδρες με τρυφερή επιδερμίδα, που φορούσαν βελούδινα υποδήματα και βελούδινα παλτά με μεταξωτή φόδρα. Στην Ασπρογέφυρα. Ένας έμπορος από την Ασπρογέφυρα είχε θεμιτό λόγο για να πηγαίνει προς το Κάεμλυν. Έχει λόγο να τρέχει στα μισά πανδοχεία της πόλης μέχρι να διαλέξει το δικό σαν; Έχει λόγο να σε κοιτάζει, σαν να βρήκε αυτό που ψάχνει;

Ο Ραντ ανατρίχιασε και ξαφνικά ένιωσε τη βροχή να κυλά στην πλάτη του. Ο μανδύας του ήταν καλοϋφασμένος, αλλά δεν είχε φτιαχτεί για να αντέχει τέτοια νεροποντή. Έτρεξε στο πανδοχείο, τσαλαβουτώντας σας λακκούβες που βάθαιναν. Ο Τξεκ του έφραξε το δρόμο, καθώς έκανε να μπει από την πόρτα.

“Για δες, για δες. Μονάχος στο σκοτάδι εδώ έξω. Το σκοτάδι είναι επικίνδυνο, μικρέ μου”.

Η βροχή έκανε τα μαλλιά του Ραντ να κολλούν στο μέτωπό του. Η αυλή ήταν άδεια και μόνο οι δυο τους ήταν εκεί. Αναρωτήθηκε, αν ο Χέικ ήθελε τόσο πολύ το σπαθί και το φλάουτο, που δεν τον ένοιαζε η πελατεία που θα έχανε.

Με το ένα χέρι σκούπισε το βροχόνερο από τα μάτια του και με το άλλο έπιασε τη λαβή του σπαθιού. Ακόμα και υγρό, το καλοδουλεμένο δέρμα έδινε σίγουρη λαβή στα δάχτυλα του. “Μήπως ο Χέικ σκέφτηκε πως όλος αυτός ο κόσμος θα κάτσει να πληρώνει για τη μπύρα του εδώ, αντί να πάει αλλού για να δει και παράσταση; Αν ναι, τότε να πούμε ότι με το φαγητό πληρωθήκαμε για τη δουλειά μας και φεύγουμε”.

Ο μεγαλόσωμος άνδρας, που στεκόταν στεγνός στην είσοδο, κοίταξε τη βροχή και ξεφύσηξε. “Έτσι που βρέχει;” Το βλέμμα του έπεσε στο χέρι του Ραντ πάνω στο σπαθί. “Ξέρεις, εγώ κι ο Στρομ βάλαμε στοίχημα. Εκείνος λέει ότι το έκλεψες από τη γιαγιά σου. Εγώ λέω ότι η γιαγιά σου θα σου έριχνε ένα χέρι ξύλο στο χοιροστάσιο και θα σε άφηνε να κλαις”. Χαμογέλασε πλατιά. Τα δόντια του ήταν στραβά και κίτρινα και το χαμόγελο τον έκανε να δείχνει ακόμα πιο μοχθηρός. “Η νύχτα είναι μεγάλη, μικρέ μου”.

Ο Ραντ πέρασε από δίπλα του και ο Τξεκ τον άφησε να μπει μ’ ένα κακόηχο χαχανητό.

Όταν μπήκε μέσα, έβγαλε το μανδύα του και κάθισε στον πάγκο, απ’ όπου είχε φύγει πριν από λίγα μόνο λεπτά. Ο Ματ είχε τελειώσει το δεύτερο πιάτο και είχε βάλει μπρος στο τρίτο, τρώγοντας πιο αργά, αλλά μεθοδικά, σαν να σκόπευε να φάει και την τελευταία μπουκιά, ακόμα κι αν τον έπνιγε. Ο Τζεκ πήρε θέση στην πόρτα της αυλής, έγειρε στον τοίχο και τους έβλεπε. Ακόμα και η μαγείρισσα δεν φαινόταν να έχει όρεξη για κουβέντα, με τον μπράβο εκεί.