“Είναι από την Ασπρογέφυρα”, είπε χαμηλόφωνα ο Ραντ. Δεν ήταν ανάγκη να πει ποιος. Ο Ματ γύρισε αμέσως προς το μέρος του και μια μπουκιά βοδινό κρέας καρφωμένη στην άκρη του πιρουνιού στάθηκε μετέωρη στον αέρα. Ο Ραντ ένιωθε τον Τζεκ να τον παρακολουθεί και σκάλισε το φαγητό στο πιάτο του. Δεν θα μπορούσε να κατεβάσει μπουκιά, έστω κι αν πέθαινε της πείνας, αλλά υποκρίθηκε κάποιο ενδιαφέρον για τα μπιζέλια, καθώς έλεγε στον Ματ για τις άμαξες και για εκείνα που είχαν πει οι γυναίκες, σε περίπτωση που ο Ματ δεν τα είχε ακούσει.
Προφανώς δεν τα είχε ακούσει. Ο Ματ βλεφάρισε έκπληκτος και σφύριξε μέσα από τα δόντια του, έπειτα κοίταξε το κρέας στο πιρούνι και το πέταξε στο πιάτο γρυλίζοντας. Ο Ραντ ευχήθηκε να έδειχνε κάποια διακριτικότητα τουλάχιστον.
“Μας ψάχνει”, είπε ο Ματ όταν τελείωσε. Οι ζάρες στο μέτωπό του βάθυναν. “Σκοτεινόφιλος;”
“Μπορεί. Δεν ξέρω”. Ο Ραντ έριξε μια ματιά στον Τζεκ και ο μεγαλόσωμος άνδρας τεντώθηκε επιδεικτικά, υψώνοντας τους ώμους του, που ήταν φαρδιοί, σαν ώμοι σιδερά. “Μπορούμε, λες, να περάσουμε απ’ αυτόν;”
“Θα κάνει φασαρία και θα έρθουν ο Χέικ και ο άλλος. Το ήξερα ότι δεν έπρεπε να σταματήσουμε εδώ”.
Ο Ραντ τον κοίταξε χάσκοντας, αλλά, πριν προλάβει να μιλήσει, ο Χέικ μπήκε από την πόρτα της κοινής αίθουσας. Ο Στρομ πρόβαλλε ογκώδης πάνω από τον ώμο του. Ο Τζεκ στάθηκε φράζοντας την πίσω πόρτα. “Όλη νύχτα θα τρώτε;” γάβγισε ο Χέικ. “Δεν σας ταΐζω για να ξαπλώνετε εδώ”.
Ο Ραντ κοίταξε τον φίλο του. Αργότερα, είπε ο Ματ με τα χείλη χωρίς να μιλήσει και μάζεψαν τα πράγματά τους κάτω από τα επίμονα βλέμματα του Χέικ, του Στρομ και του Τζεκ.
Στην κοινή αίθουσα, οι κραυγές, που ζητούσαν ταχυδακτυλουργικά και ανέφεραν ονόματα τραγουδιών, ξεχώρισαν ανάμεσα στο σούσουρο αμέσως μόλις φάνηκαν ο Ραντ και ο Ματ. Ο άνδρας με το βελούδινο παλτό ―ο Χάουαλ Γκόουντ— ακόμα έδειχνε να αγνοεί τους πάντες γύρω του, αλλά καθόταν με έκφραση ανυπομονησίας στην άκρη της καρέκλας του. Μόλις εμφανίστηκαν, έγειρε πίσω και στα χείλη του φάνηκε ένα ικανοποιημένο χαμόγελο.
Ο Ραντ πήρε πρώτος θέση μπροστά στην εξέδρα κι έπαιξε το “Βγάλε Νερό Από το Πηγάδι” έχοντας το νου του αλλού. Κανένας δεν έδειξε να προσέχει τις λίγες φάλτσες νότες. Προσπαθούσε να σκεφτεί πώς θα ξέφευγαν κι επίσης προσπαθούσε να μην κοιτάζει τον Γκόουντ. Αν τους κυνηγούσε, δεν υπήρχε λόγος να του δείξουν πως το ήξεραν. Όσο για το πώς θα ξέφευγαν...
Ποτέ άλλοτε δεν είχε καταλάβει τι τέλεια παγίδα ήταν τα πανδοχεία. Ο Χέικ, ο Τζεκ και ο Στρομ δεν χρειάζονταν καν να τους προσέχουν το πλήθος θα τους έλεγε αν ο Ραντ ή ο Ματ έφευγαν από την εξέδρα. Όσο η κοινή αίθουσα ήταν γεμάτη κόσμο, ο Χέικ δεν μπορούσε να βάλει τον Τζεκ και τον Στρομ να τους ορμήξουν, αλλά επίσης, όσο η κοινή αίθουσα ήταν γεμάτη κόσμο, δεν μπορούσαν να το σκάσουν χωρίς να το καταλάβει ο Χέικ. Και ο Γκόουντ, επίσης, παρακολουθούσε κάθε τους κίνηση. Ήταν τόσο αστείο που θα γελούσε, αν δεν ήταν έτοιμος να κάνει εμετό. Θα έπρεπε να έχουν τα μάτια τους τέσσερα και να περιμένουν κάποια ευκαιρία.
Ο Ραντ βόγκηξε, όταν άλλαξε θέση με τον Ματ. Ο Ματ αγριοκοίταζε τον Χέικ, τον Στρομ, τον Τζεκ, δίχως να νοιάζεται αν θα το έβλεπαν, ή αν θα αναρωτιόνταν γιατί. Όταν δεν έπαιζε τα μπαλάκια, έχωνε το χέρι κάτω από το παλτό του. Ο Ραντ του το σφύριξε από δίπλα, αλλά ο Ματ είχε αλλού το νου του. Αν έβλεπε το ρουμπίνι ο Χέικ, ίσως να μην περίμενε να βρεθούν μόνοι. Αν το έβλεπαν οι πελάτες στην κοινή αίθουσα, ίσως οι μισοί να μιμούνταν τον Χέικ.
Το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι ο Ματ κοίταζε τον έμπορο από την Ασπρογέφυρα —τον Σκοτεινόφιλο;- δυο φορές πιο άγρια από τους υπόλοιπους και ο Γκόουντ το είχε προσέξει. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην το προσέξει. Αλλά αυτό δεν τάραξε καθόλου την ψυχραιμία του. Αντίθετα, το χαμόγελό του πλάτυνε, ένευσε στον Ματ σαν να ήταν παλιοί γνώριμοι και μετά κοίταξε τον Ραντ και ύψωσε το φρύδι ερωτηματικά. Ο Ραντ δεν ήθελε να μάθει ποια ήταν η ερώτηση. Προσπάθησε να μην κοιτάζει τον άνδρα, αλλά ήταν πια αργά. Πολύ αργά. Πάλι πολύ αργά.
Ένα μόνο πράγμα φάνηκε να ανατρέπει την αυτοκυριαρχία του. Το σπαθί του Ραντ. Ο Ραντ δεν το είχε βγάλει. Δυο-τρεις είχαν πλησιάσει τρεκλίζοντας, για να ρωτήσουν αν νόμιζε πως έπαιζε τόσο άσχημα που χρειαζόταν προστασία, δεν είχαν προσέξει τον ερωδιό στη λαβή. Ο Γκόουντ τον πρόσεξε. Τα χλωμά χέρια του σφίχτηκαν και κοίταξε αρκετή ώρα το σπαθί, σμίγοντας τα φρύδια πριν ξαναβρεί το χαμόγελό του. Όταν το ξαναβρήκε, δεν είχε την ίδια σιγουριά με πριν.
Κάτι καλό βγήκε τουλάχιστον, σκέφτηκε ο Ραντ. Αν πιστεύει ότι είμαι αντάξιος τον σήματος τον ερωδιού, ίσως μας αφήσει ήσυχους. Μετά ο μόνος μπελάς μας θα είναι ο Χέικ και οι μπράβοι τον. Δεν ήταν παρηγορητική η σκέψη και ο Γκόουντ, παρά το σπαθί, συνέχισε να τον παρακολουθεί. Και να χαμογελά.