Του Ραντ του φάνηκε ότι η βραδιά είχε κρατήσει ολόκληρο χρόνο. Όλα εκείνα τα μάτια που τον κοίταζαν: ο Χέικ και ο Τζεκ και ο Στρομ, σαν όρνια που βλέπουν αρνί παγιδευμένο σε βάλτο, ο Γκόουντ, που περίμενε σαν κάτι ακόμα χειρότερο. Άρχισε να σκέφτεται πως όλοι όσοι ήταν στην αίθουσα τον παρακολουθούσαν με κάποιο απώτερο σκοπό. Οι ξινές αναθυμιάσεις του κρασιού και η δυσωδία των βρώμικων, ιδρωμένων σωμάτων του έφερναν ζαλάδα, η αντάρα των φωνών τον κατέκλυζε, κάνοντας τα μάτια του να θολώνουν, ακόμα και ο ήχος του φλάουτού του έγδερνε τα αυτιά του. Ο κρότος των κεραυνών έμοιαζε να είναι μέσα στο κεφάλι του. Η κούραση τον πλάκωνε σαν κομμάτι σίδερο.
Τελικά η ανάγκη να ξυπνήσουν με την αυγή έκανε τους άνδρες να αρχίσουν απρόθυμα να βγαίνουν στο σκοτάδι έξω. Οι αγρότες ήταν υπόλογοι μόνο στον εαυτό τους, όμως όλοι ήξεραν ότι οι έμποροι δεν έδειχναν καθόλου κατανόηση για το βραδινό μεθύσι, όταν ήταν να πληρώσουν τους μισθούς των αμαξάδων. Τις μικρές ώρες η αίθουσα άδειασε αργά και ακόμα και όσοι είχαν δωμάτιο πάνω έφυγαν τρεκλίζοντας για να βρουν τα κρεβάτια τους.
Ο Γκόουντ ήταν ο τελευταίος πελάτης. Όταν ο Ραντ έκανε να πιάσει τη δερμάτινη θήκη του φλάουτου μ’ ένα χασμουρητό, ο Γκόουντ σηκώθηκε και έριξε το μανδύα στο χέρι του. Οι σερβιτόρες καθάριζαν, μουρμουρίζοντας μεταξύ τους για τη βρωμιά, το χυμένο κρασί και τα σπασμένα πιατικά και ποτήρια. Ο Χέικ κλείδωνε την μπροστινή πόρτα μ’ ένα μεγάλο κλειδί. Ο Γκόουντ πλησίασε τον Χέικ για μια στιγμή και ο Χέικ φώναξε μια γυναίκα να τον πάει σ’ ένα δωμάτιο. Ο άνδρας με το βελούδινο παλτό κοίταξε με νόημα τον Ματ και τον Ραντ, πριν ανέβει στον πάνω όροφο.
Ο Χέικ κοίταζε τον Ραντ και τον Ματ. Ο Τζεκ και ο Στρομ στέκονταν δεξιά κι αριστερά του.
Ο Ραντ κρέμασε όλα τα πράγματά του στους ώμους του και τα κράτησε με το αριστερό του χέρι για να μπορεί να πιάνει το σπαθί του. Δεν το έπιασε, αλλά ήθελε να είναι έτοιμο. Έπνιξε το χασμουρητό του- δεν έπρεπε να καταλάβουν πόσο κουρασμένος ήταν.
Ο Ματ έβαλε αδέξια στον ώμο του το τόξο και τα άλλα πράγματά του, αλλά έχωσε το χέρι του στο παλτό του, όταν είδε τον Χέικ και τους σκληρούς του να πλησιάζουν.
Ο Χέικ είχε μια λάμπα λαδιού και, προς μεγάλη έκπληξη του Ραντ, έκανε μια μικρή υπόκλιση και έδειξε μια πόρτα στο πλάι. “Τα κρεβάτια σας είναι από κει”. Μονάχα ένα μικρό στράβωμα των χειλιών χάλασε την παράσταση του.
Ο Ματ έδειξε με το πηγούνι τον Τζεκ και τον Στρομ. “Χρειάζεσαι κι αυτούς τους δύο για να μας δείξεις τα κρεβάτια μας;”
“Καταστηματάρχης είμαι”, είπε ο Χέικ, σιάζοντας τη λεκιασμένη ποδιά του, “κι εμείς οι καταστηματάρχες πρέπει να έχουμε το νου μας”. Μια βροντή τράνταξε τα παράθυρα και ο Χέικ κοίταξε με ύφος το ταβάνι, έπειτα τους χαμογέλασε, γυμνώνοντας τα δόντια. “Θέλετε να δείτε τα κρεβάτια σας, ή όχι;”
Ο Ραντ αναρωτήθηκε τι θα γινόταν, αν έλεγαν ότι ήθελαν να φύγουν. Αν ήξερες κι άλλα από ξιφομαχία, πέρα από τις λίγες κινήσεις που σου έδειξε ο Λαν... “Πέρνα πρώτος”, είπε, προσπαθώντας να σκληρύνει τη φωνή του. “Δεν μ’ αρέσει να έχω κανέναν πίσω μου”.
Ο Στρομ γέλασε πνιχτά, αλλά ο Χέικ ένευσε ήρεμα και στράφηκε στη διπλανή πόρτα και τα δύο θηρία τον ακολούθησαν. Ο Ραντ πήρε μια βαθιά ανάσα, κοίταξε με ελπίδα την πόρτα της κουζίνας. Αν έτρεχαν και ο Χέικ είχε ήδη κλειδώσει την πίσω πόρτα, τότε θα γινόταν αυτό που ο Ραντ ήθελε να αποφύγουν. Ακολούθησε κατσουφιασμένος τον πανδοχέα.
Δίστασε όταν έφτασε τη διπλανή πόρτα και ο Ματ έπεσε πάνω του. Ήταν φανερός ο λόγος που ο Χέικ είχε φέρει τη λάμπα. Η πόρτα έβγαζε σε ένα κατασκότεινο διάδρομο. Βρήκε το κουράγιο να συνεχίσει μόνο χάρη στη λάμπα του Χέικ, στο φως της οποίας πρόβαλλαν οι σιλουέτες του Τζεκ και του Στρομ. Αν γύριζαν, θα το καταλάβαινε. Και μετά τι; Το πάτωμα έτριξε κάτω από τις μπότες του.
Ο διάδρομος κατέληγε σε μια κακοφτιαγμένη, άβαφη πόρτα Δεν είχε δει αν υπήρχαν άλλες πόρτες στο διάδρομο. Ο Χέικ και οι νταήδες του μπήκαν μέσα και ο Ραντ τους ακολούθησε γρήγορα, πριν προλάβουν να στήσουν παγίδα, αλλά ο Χέικ απλώς ύψωσε τη λάμπα και έδειξε το δωμάτιο.
“Εδώ είναι”.
Μια παλιά αποθήκη, αυτό τους είχε πει και, απ’ ό,τι φαινόταν, είχε μείνει καιρό αχρησιμοποίητη. Η μισή ήταν γεμάτη σπασμένα κιβώτια και βαρέλια φαγωμένα από τα στοιχεία της φύσης. Σταγόνες έσταζαν με σταθερό ρυθμό από μερικά σημεία της οροφής κι ένα σπασμένο τζάμι σ’ ένα βρώμικο παράθυρο άφηνε τη βροχή να μπαίνει ελεύθερα. Λογής-λογής άγνωστα αντικείμενα γέμιζαν τα ράφια και πηχτή σκόνη κάλυπτε σχεδόν τα πάντα. Η έκπληξη ήταν ότι τα αχυροστρώματα που τους είχε υποσχεθεί υπήρχαν.