Το σπαθί τον προκαλεί ταραχή. Δεν θα δοκιμάσει τίποτα, αν δεν αποκοιμηθούμε. Ο Ραντ δεν είχε την παραμικρή πρόθεση να κοιμηθεί κάτω από τη στέγη του Χέικ. Σκόπευε να βγει από το παράθυρο μόλις έφευγε ο πανδοχέας. “Μας κάνει”, είπε. Δεν τράβηξε το βλέμμα από τον Χέικ, περιμένοντας επιφυλακτικά, μήπως έκανε κάνα σινιάλο στους δυο χαμογελαστούς άνδρες στο πλευρό του. Κατάφερε με δυσκολία να μην γλείψει τα χείλη νευρικά. “Άσε τη λάμπα”.
Ο Χέικ γρύλισε, μα άφησε τη λάμπα σ’ ένα ράφι. Κοντοστάθηκε κοιτάζοντάς τους και ο Ραντ ένιωσε σίγουρος πως θα έδινε διαταγή στον Τζεκ και τον Στρομ να τους επιτεθούν, αλλά εκείνος κοίταξε το σπαθί, σμίγοντας τα φρύδια μ’ ένα υπολογιστικό βλέμμα και έκανε νόημα στους δύο άνδρες. Μια έκφραση έκπληξης πέρασε για μια στιγμή από τα πλατιά πρόσωπά τους, αλλά τον ακολούθησαν και βγήκαν από το δωμάτιο δίχως να κοιτάξουν πίσω.
Ο Ραντ περίμενε να σβήσει το τρίξιμο των βημάτων τους, έπειτα μέτρησε ως το πενήντα και μετά έβγαλε το κεφάλι από την πόρτα Μόνο ένα φωτεινό παραλληλόγραμμο έσπαζε τη μαυρίλα, μακρινό σαν το φεγγάρε η πόρτα για την κοινή αίθουσα Λίγο πριν βάλει το κεφάλι μέσα, κάτι μεγάλο σάλεψε στο σκοτάδι κοντά στη μακρινή πόρτα. Ο Τζεκ ή ο Στρομ, που στέκονταν σκοποί.
Εξέτασε γοργά την πόρτα και έμαθε ό,τι χρειαζόταν, αν και δεν ήταν μεγάλη βοήθεια. Τα σανίδια ήταν χοντρά και γερά, μα δεν υπήρχε κλειδαριά, ούτε και σύρτης από μέσα. Όμως άνοιγε προς τα μέσα.
“Νόμιζα πως θα μας ορμούσαν”, είπε ο Ματ. “Τι περιμένουν;” Είχε βγάλει το εγχειρίδιο και το κρατούσε στη γροθιά του, με τις αρθρώσεις του κάτασπρες. Το φως της λάμπας τρεμόπαιζε στη λεπίδα Το τόξο και η φαρέτρα του ήταν στο πάτωμα, ξεχασμένα.
“Να κοιμηθούμε”. Ο Ραντ άρχισε να ψάχνει ανάμεσα στα βαρέλια και τα κιβώτια. “βοήθησέ με να βρω κάτι για να φράξω την πόρτα”.
“Γιατί; Δεν πιστεύω να θες να κοιμηθείς εδώ; Να βγούμε από το παράθυρο και να γίνουμε καπνός. Προτιμώ να βραχώ παρά να σκοτωθώ”.
“Είναι ένας τους στην άκρη του διαδρόμου. Αν ακούσουν φασαρία, θα μας ορμήσουν πριν κάνουμε βήμα. Νομίζω ότι ο Χέικ θα προτιμούσε να μας αντιμετωπίσει ξύπνιους, παρά να ρισκάρει να μας χάσει”.
Ο Ματ, μουρμουρίζοντας, άρχισε κι αυτός να ψάχνει, αλλά τίποτα χρήσιμο δεν υπήρχε στα σκουπίδια που ήταν πεταμένα κάτω. Τα βαρέλια ήταν άδεια, τα κιβώτια τσακισμένα και αν τα μάζευαν όλα σωρό μπροστά στην πόρτα, πάλι δεν θα εμπόδιζαν κανέναν να την ανοίξει. Έπειτα το βλέμμα του Ραντ έπιασε κάτι γνώριμο σε ένα ράφι. Δύο σφήνες, σκεπασμένες από σκουριά και σκόνη. Τις κατέβασε χαμογελώντας πλατιά.
Τις έχωσε βιαστικά κάτω από την πόρτα και, όταν η βροντή τράνταξε πάλι το πανδοχείο, τις σφήνωσε γερά, κλωτσώντας γοργά με τη φτέρνα του. Η βροντή έσβησε και ο Ραντ κράτησε την ανάσα του κι αφουγκράστηκε. Το μόνο που άκουγε ήταν η βροχή που έπεφτε στη στέγη. Όχι τα σανίδια να τρίζουν κάτω από πόδια που έτρεχαν.
“Στο παράθυρο”, είπε.
Αν έκριναν από την κρούστα της σκόνης που ήταν μαζεμένη, είχε χρόνια ν’ ανοίξει. Κόπιασαν μαζί, έσπρωξαν μ’ όλη τους τη δύναμη. Τα γόνατα του Ραντ άρχισαν να τρέμουν και μετά το κάτω μέρος άρχισε ν’ ανεβαίνει. Όταν άνοιξε αρκετά για να μπορέσουν να περάσουν, ο Ραντ έσκυψε, και μετά σταμάτησε.
“Μα το αίμα και τις στάχτες!” μούγκρισε ο Ραντ. “Δεν είναι παράξενο που ο Χέικ δεν ανησυχούσε μήπως του ξεγλιστρήσουμε από τα χέρια”.
Στο φως της λάμπας γυάλιζαν βρεγμένα κάγκελα σε σιδερένιο πλαίσιο. Ο Ραντ τα έσπρωξε· ήταν γερά σαν βράχος.
“Κάτι είδα”, είπε ο Ματ. Έψαξε βιαστικά τα παρατημένα πράγματα στα ράφια και γύρισε μ’ ένα σκουριασμένο λοστό. Έχωσε την άκρη του κάτω από το πλαίσιο σε μια άκρη του και ο Ραντ μόρφασε.
“Θα κάνει φασαρία, Ματ”.
Ο Ματ έκανε μια γκριμάτσα και μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του, αλλά περίμενε. Ο Ραντ έπιασε το λοστό και προσπάθησε να στυλώσει τα πόδια καλά στη λακκούβα με τα νερά που είχαν μαζευτεί κάτω από το παράθυρο. Ο κεραυνός βρόντηξε και οι δυο τους τράβηξαν μαζί. Ακούστηκε ένα βασανισμένο στρίγκλισμα από τα καρφιά, που έκανε τις τρίχες στο λαιμό του Ραντ να σηκωθούν όρθιες και το πλαίσιο μετακινήθηκε — κατά μισό πόντο, αν ήταν καν τόσο. Περίμεναν τα επόμενα αστραπόβροντα και τράβηξαν το λοστό και τον ξανατράβηξαν. Τίποτα. Μισός πόντος ακόμα Τίποτα. Μια τρίχα πιο ανοιχτό. Τίποτα. Τίποτα.
Ξαφνικά το πόδι του Ραντ γλίστρησε στα νερά και σωριάστηκαν μαζί στο πάτωμα. Ο λοστός χτύπησε τα κάγκελα και ήχησε σαν γκονγκ. Ο Ραντ έμεινε στη λακκούβα, κρατώντας την ανάσα, ακούγοντας. Σιωπή, εκτός από τη βροχή.
Ο Ματ έτριβε τις πονεμένες αρθρώσεις του και τον αγριοκοίταζε. “Αν πάμε έτσι, δεν θα βγούμε ποτέ”. Το σιδερένιο πλαίσιο είχε ξεκολλήσει από το παράθυρο, αλλά όχι τόσο ώστε να βάλουν δυο δάχτυλα από κάτω. Δεκάδες χοντρά καρφιά φαίνονταν στο στενό άνοιγμα.