“Θα προσπαθήσουμε όσο χρειαστεί”, είπε ο Ραντ και σηκώθηκε. Αλλά μόλις έβαλε το λοστό κάτω από την άκρη του πλαισίου, η πόρτα έτριξε, καθώς κάποιος προσπαθούσε να την ανοίξει. Οι σφήνες την κράτησαν κλειστή. Αντάλλαξε μια ανήσυχη ματιά με τον Ματ. Ο Ματ ξανάβγαλε το εγχειρίδιο. Η πόρτα έτριξε πάλι.
Ο Ραντ πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να μιλήσει ήρεμα. “Φύγε, Χέικ. Θέλουμε να κοιμηθούμε”.
“Φοβάμαι πως με μπερδέψατε με άλλον”. Η φωνή ήταν τόσο απαλή και πομπώδης, που φανέρωνε αμέσως ποιος μιλούσε. Ο Χάουαλ Γκόουντ. “Ο αφέντης Χέικ και οι... υποτακτικοί του δεν θα μας ενοχλήσουν. Κοιμούνται του καλού καιρού και το πρωί θα αναρωτιούνται πώς εξαφανιστήκατε. Αφήστε με να μπω, νεαροί μου φίλοι. Πρέπει να μιλήσουμε”.
“Δεν έχουμε να μιλήσουμε για τίποτα”, είπε ο Ματ. “Φύγε κι άσε μας να κοιμηθούμε”.
Ο Γκόουντ άφησε ένα κακόηχο χαχανητό. “Φυσικά κι έχουμε να μιλήσουμε για διάφορα θέματα. Το ξέρετε πολύ καλά κι εσείς κι εγώ. Το είδα στα μάτια σας. Ξέρω τι είστε, ίσως καλύτερα από σας. Το νιώθω να βγαίνει από σας κατά κύματα Ήδη ο μισός εαυτός σας ανήκει στον αφέντη μου. Σταματήστε να τρέχετε κι αποδεχτείτε το. Τα πράγματα θα είναι πιο εύκολα για σας. Αν σας βρουν οι μέγαιρες της Ταρ Βάλον, θα εύχεστε να μπορούσατε να κόψετε το λαιμό σας, αλλά δεν θα μπορείτε. Μόνο ο αφέντης μου μπορεί να σας προστατέψει απ’ αυτές”.
Ο Ραντ ξεροκατάπιε. “Δεν ξέρουμε τι λες. Ασε μας ήσυχους”. Το πάτωμα του διαδρόμου έτριξε. Ο Γκόουντ δεν ήταν μόνος. Πόσους άνδρες θα μπορούσε να έχει στις δύο άμαξες;
“Μην είστε ανόητοι, νεαροί μου φίλοι. Ξέρετε. Ξέρετε πολύ καλά. Ο Μέγας Άρχων του Σκότους σας έχει σημαδέψει για δικούς του. Είναι γραμμένο πως, όταν ξυπνήσει, οι νέοι Άρχοντες του Δέους θα είναι εκεί για να τον υμνήσουν. Δύο απ’ αυτούς πρέπει να είστε εσείς, αλλιώς δεν θα είχα σταλεί να σας βρω. Σκεφτείτε το. Αιώνια ζωή και δύναμη, πέρα από κάθε όνειρό σας”. Η φωνή του ήταν βαριά, από πείνα γι’ αυτή τη δύναμη.
Ο Ραντ έριξε μια ματιά στο παράθυρο, καθώς ένας κεραυνός έσχιζε τον ουρανό και παραλίγο θα βογκούσε. Η σύντομη λάμψη του είχε δείξει πως έξω υπήρχαν άνθρωποι, άνθρωποι που αγνοούσαν τη βροχή που τους μούλιαζε και έστεκαν κοιτάζοντας το παράθυρο.
“Με κούρασαν όλα αυτά”, ανακοίνωσε ο Γκόουντ. “Θα υποταχθείτε στον αφέντη μου ―στον αφέντη σας- ή θα αναγκαστείτε να υποταχθείτε. Κάτι τέτοιο δεν θα το βρίσκατε ευχάριστο. Ο Μέγας Άρχων του Σκότους κυβερνά το θάνατο και μπορεί να σας δώσει ζωή στο θάνατο, ή θάνατο στη ζωή, κατά τη βούλησή του. Ανοίξτε αυτή την πόρτα. Είτε με τον ένα, είτε με τον άλλο τρόπο, δεν έχετε να τρέξετε αλλού. Ανοίξτε την, είπα!”
Πρέπει να είχε πει και κάτι άλλο, επειδή, ξαφνικά, ένα βαρύ σώμα βρόντηξε στην πόρτα. Η πόρτα τραντάχτηκε και οι σφήνες γλίατρησαν όσο μια μύτη παραπίσω με το γδαρτό ήχο σκουριάς που τρίβεται σε ξύλο. Η πόρτα σείστηκε και ξανασείστηκε, καθώς σώματα έπεφταν πάνω της. Μερικές φορές οι σφήνες άντεχαν. Άλλες φορές πάλι γλιστρούσαν τοσοδά πιο πίσω και, λίγο-λίγο, η πόρτα άνοιγε, δίχως σταματημό.
“Υποταχθείτε”, είπε ο Γκόουντ από το διάδρομο, “αλλιώς όλη την αιωνιότητα θα εύχεστε να είχατε υποταχθεί!”
“Αν δεν έχουμε άλλη επιλογή—” Ο Ματ έγλειψε τα χείλη μπροστά στο βλέμμα του Ραντ. Τα μάτια του τινάζονταν, σαν τα μάτια ασβού σε παγίδα. Το πρόσωπό του ήταν ωχρό και μιλούσε λαχανιασμένα. “Μπορούμε να πούμε ναι και να το σκάσουμε αργότερα. Μα το αίμα και τις στάχτες, Ραντ, δεν υπάρχει διέξοδος!”
Ο Ραντ άκουσε τις λέξεις σαν να περνούσαν αργά από μαλλί χωμένο στα αυτιά του. Δεν υπάρχει διέξοδος. Από πάνω τους μουρμούριζε η βροντή και η αστραπή τον τύλιγε στη λάμψη της. Πρέπει να βρεθεί μια διέξοδος. Ο Γκόουντ τους φώναζε, απαιτούσε, ικέτευε. Η πόρτα άνοιξε άλλον ένα πόντο. Μια διέξοδος!
Φως πλημμύρισε το δωμάτιο, γεμίζοντας τα μάτια του. Ο αέρας βρυχήθηκε κι άναψε. Ο Ραντ ένιωσε κάτι να τον σηκώνει και να τον βροντά στον τοίχο. Σωριάστηκε χάμω· τα αυτιά του κουδούνιζαν και όλες οι τρίχες του κορμιού του προσπαθούσαν να σηκωθούν όρθιες. Ζαλισμένος, πάσχισε να σηκωθεί. Τα γόνατά του έτρεμαν κι ακούμπησε στον τοίχο για να στηριχτεί. Κοίταξε γύρω του έκπληκτος. Η λάμπα, που κειτόταν πεσμένη στο πλάι, σε ένα από τα λίγα ράφια που ακόμα κρατιόνταν από τον τοίχο, ακόμα έκαιγε κι έδινε φως. Όλα τα βαρέλια και τα κιβώτια βρίσκονταν αναποδογυρισμένα εκεί που είχαν πεταχτεί και μερικά ήταν μαυρισμένα και κάπνιζαν. Το παράθυρο, τα κάγκελα και όλα τα άλλα και το μεγαλύτερο τμήμα του τοίχου είχαν εξαφανιστεί, αφήνοντας μια ακανόνιστη τρύπα. Η στέγη έκανε κοιλιά και πλοκάμια καπνού πάλευαν με τη βροχή στις τραχιές αιχμές του ανοίγματος. Η πόρτα κρεμόταν από τους μεντεσέδες, φρακαρισμένη στο κούφωμά της, γέρνοντας λοξά προς το διάδρομο.