Выбрать главу

Νιώθοντας ζαλισμένος ότι τίποτα δεν ήταν αληθινό, ίσιωσε τη λάμπα. Του φαινόταν ότι το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο ήταν να μην σπάσει η λάμπα.

Μια στοίβα από κιβώτια τινάχτηκαν και παραμέρισαν και ο Ματ ανασηκώθηκε ανάμεσά τους. Πατώντας σε πόδια που έτρεμαν, ανοιγόκλεισε τα μάτια και ψηλάφησε το κορμί του, σαν να αναρωτιόταν αν ήταν όλα στη θέση τους. Κοίταξε τον Ραντ. “Ραντ; Εσύ είσαι; Είσαι ζωντανός. Νόμιζα ότι ήμασταν και οι δύο―” Σταμάτησε, δάγκωσε το χείλος του, και το σώμα του τραντάχτηκε. Ο Ραντ δεν κατάλαβε αμέσως ότι γελούσε, ότι ήταν στα όρια της υστερίας.

“Τι έγινε, Ματ; Ματ; Ματ! Τι έγινε;”

Ένα τελευταίο ρίγος τράνταξε τον Ματ, και μετά ησύχασε. “Αστραπή, Ραντ. Κοίταζα το παράθυρο όταν χτύπησε τα κάγκελα. Αστραπή. Δεν βλέπω σχεδόν—” Σταμάτησε, κοίταξε τη γερμένη πόρτα μισοκλείνοντας τα μάτια και είπε με ένταση, “Πού είναι ο Γκόουντ;”

Τίποτα δεν σάλευε στο σκοτεινό διάδρομο πέρα από την πόρτα. Ο Γκόουντ και οι σύντροφοι του ούτε φαίνονταν ούτε ακούγονταν, αν και μέσα στο σκοτάδι θα μπορούσε να υπάρχει οτιδήποτε. Ο Ραντ ευχήθηκε να είχαν σκοτωθεί, αλλά δεν θα έβγαζε το κεφάλι του στο διάδρομο για να βεβαιωθεί, ακόμα και με στέμμα σαν αντάλλαγμα. Τίποτα, επίσης, δεν σάλευε στο σκοτάδι έξω από το μέρος που πριν ήταν ο τοίχος, όμως υπήρχαν άλλοι που είχαν βγει. Μπερδεμένες κραυγές ακουγόταν από το πάνω πάτωμα του πανδοχείου και ποδοβολητά.

“Πάμε να φύγουμε όσο προλαβαίνουμε”, είπε ο Ραντ.

Βοήθησε τον Ματ να μαζέψει τα πράγματά τους από τα συντρίμμια, τον άρπαξε από το μπράτσο και τον έβγαλε έξω, τραβώντας και σπρώχνοντάς τον. Ο Ματ έσφιγγε το μπράτσο του, παραπατώντας δίπλα του, γέρνοντας το κεφάλι του μπροστά, καθώς προσπαθούσε να δει κάτι.

Όταν τον άγγιξε η βροχή, ψηλά πάνω από το πανδοχείο φάνηκε η διχάλα ενός κεραυνού και ο Ραντ σταμάτησε απότομα. Οι άνδρες του Γκόουντ ήταν ακόμα εκεί, πεσμένοι με τα πόδια προς το άνοιγμα. Η βροχή έπεφτε στα ανοιχτά μάτια τους, που κοίταζαν τον ουρανό.

“Τι είναι;” ρώτησε ο Ματ. “Μα το αίμα και τις στάχτες! Ούτε το φλογισμένο το χέρι μου δεν βλέπω!”

“Τίποτα”, είπε ο Ραντ. Τύχη. Ακόμα και το Φως... Σίγουρα; Οδήγησε τρέμοντας τον Ματ γύρω από τα πτώματα. “Μονάχα μια αστραπή”.

Δεν υπήρχε άλλο φως εκτός από τις αστραπές και ο Ραντ σκόνταφτε στα αυλάκια του δρόμου, καθώς έφευγαν τρέχοντας από το πανδοχείο. Ο Ματ κρεμόταν σχεδόν πάνω του και κάθε φορά που σκόνταφτε κόντευαν να πέσουν και οι δύο, αλλά συνέχισαν να τρέχουν, παραπατώντας, λαχανιάζοντας.

Μια φορά κοίταξε πίσω. Μια φορά, πριν η βροχή πυκνώσει και γίνει κουρτίνα, κρύβοντας τον Κεφάτο Καροτσέρη από τα μάτια του. Η αστραπή φανέρωσε τη σιλουέτα κάποιου στο πανδοχείο, κάποιου που κουνούσε τη γροθιά του προς το μέρος τους, ή προς τον ουρανό. Δεν ήξερε αν ήταν ο Γκόουντ ή ο Χέικ, αλλά ο ένας ήταν χειρότερος από τον άλλον. Η βροχή έπεφτε καταρρακτωδώς, κλείνοντάς τους πίσω από ένα υδάτινο τείχος. Έτρεξε βιαστικά στη νύχτα, ενώ μέσα στο βρυχηθμό της καταιγίδας αφουγκραζόταν, μήπως ακούσει κάποιους να τους καταδιώκουν.

33

Το Σκοτάδι Περιμένει

Κάτω από έναν μολυβί ουρανό το κάρο με τους μεγάλους τροχούς προχωρούσε με μικρά τραντάγματα στο Δρόμο του Κάεμλυν προς τα ανατολικά. Ο Ραντ ανασηκώθηκε από τα άχυρα στο πίσω μέρος της και κοίταξε από το πλάι. Ένιωσε ότι τα χέρια του θα μάκραιναν αντί να τον τραβήξουν και, για μια στιγμή, το κεφάλι του φάνηκε ότι ήθελε να τραβήξει ευθεία στον ουρανό, αλλά μετά ηρέμησε. Πιάστηκε με τους αγκώνες από τα όρθια πηχάκια στα πλαϊνά και κοίταξε τη γη που έμενε πίσω τους. Ο ήλιος ήταν ακόμα κρυμμένος πίσω από μουντά σύννεφα, ακριβώς από πάνω τους και το κάρο έμπαινε σε άλλο ένα χωριό με σπιτάκια φτιαγμένα από κόκκινα τούβλα και σκεπασμένα με κλήματα. Μετά τους Τέσσερις Βασιλιάδες, τα χωριά βρίσκονταν όλο και πιο κοντά μεταξύ τους.

Ο κόσμος χαιρετούσε, ή κουνούσε φιλικά το χέρι στον Χάυαμ Κιντς, τον αγρότη στον οποίο ανήκε το κάρο. Ο αφέντης Κιντς, ένας λιγομίλητος άνθρωπος με ξερό δέρμα, αντιχαιρετούσε κάθε φορά με μερικές λέξεις, χωρίς να βγάλει την πίπα από το στόμα. Με τα δόντια του σφιγμένα, αυτά που έλεγε ήταν σχεδόν ακατανόητα, αλλά ακούγονταν φιλικά κι έμοιαζαν να ικανοποιούν τους άλλους· καταπιάνονταν πάλι με τις δουλειές τους δίχως δεύτερη ματιά στο κάρο. Κανένας δεν έδειχνε να δίνει σημασία στους δύο επιβάτες του κάρου.