Στα μάτια του Ραντ φάνηκε το πανδοχείο του χωριού. Ήταν ασβεστωμένο, με γκρίζα πέτρινη οροφή. Άνθρωποι μπαινόβγαιναν, ένευαν φιλικά κι έκαναν νοήματα μεταξύ τους. μερικοί στέκονταν για να μιλήσουν. Ήξεραν ο ένας τον άλλον. Οι περισσότεροι ήταν χωρικοί, αν έκρινε από τα ρούχα τους — φορούσαν μπότες και παντελόνια και παλτά όχι πολύ διαφορετικά από τα δικά του, αν και με υπερβολική αγάπη για τις πολύχρωμες ρίγες. Οι γυναίκες φορούσαν βαθιά καπέλα, που έκρυβαν τα πρόσωπά τους και λευκές ποδιές με ρίγες. Μπορεί να ήταν όλοι ντόπιοι. Αλλάζει τίποτα;
ξαπλώθηκε πάλι στα άχυρα και έβλεπε ανάμεσα από τις πατούσες του το χωριό που χανόταν πίσω. Δεξιά κι αριστερά του δρόμου βρίσκονταν περιφραγμένα χωράφια, οι συνηθισμένοι φράχτες από θάμνους, που έμοιαζαν προσεκτικά κλαδεμένοι και μικρές αγροικίες με καμινάδες από κόκκινα τούβλα που έβγαζαν καπνό. Τα κοντινά δασύλλια οι χωρικοί τα ξύλευαν περιοδικά για καυσόξυλα κι έτσι περιποιημένα που ήταν πιο πολύ θύμιζαν κήπο. Μα τα κλαριά τους υψώνονταν σαν κοκαλιάρικα χέρια στον ουρανό, άφυλλα, όπως και τα άγρια δάση στα δυτικά.
Μια σειρά από άμαξες, που ερχόταν από απέναντι, είχε πιάσει τη μέση ταυ δρόμου, αναγκάζοντας το κάρο να πάει στην άκρη. Ο αφέντης Κιντς τράβηξε την πίπα στην άκρη του στόματος του και έφτυσε μέσα από τα δόντια του. Συνέχισε χωρίς να σταματήσει, έχοντας το νου του να μην μπλέξει η ρόδα στο θαμνοφράχτη. Το στόμα του σφίχτηκε, καθώς έβλεπε το καραβάνι των εμπόρων.
Ούτε οι αμαξάδες, που κροτάλιζαν τα μαστίγιά τους πάνω από τις οκτάδες των αλόγων, ούτε οι αγριωποί φρουροί, που κάθονταν καμπουριαστά στις σέλες τους πλάι στις άμαξες, δεν κοίταξαν το κάρο. Ο Ραντ τους είδε να φεύγουν, νιώθοντας ένα σφίξιμο στο στήθος. Είχε το χέρι κάτω από το μανδύα κι έσφιγγε τη λαβή του σπαθιού, ώσπου τους πέρασε και η τελευταία άμαξα.
Όταν το καραβάνι βρέθηκε πίσω τους, με προορισμό το χωριό απ’ όπου μόλις είχαν περάσει, ο Ματ, που καθόταν στη θέση δίπλα στον αγρότη, έστριψε και έγειρε για να αντικρίσει τα μάτια του Ραντ. Το κασκόλ που φορούσε, όταν είχε σκόνη, σκίαζε τα μάτια του, τυλιγμένο και δεμένο χαμηλά στο μέτωπό του. Ακόμα κι έτσι, τα μισόκλεινε στο γκρίζο φως της μέρας. “Είδες τίποτα εκεί πίσω;” τον ρώτησε χαμηλόφωνα. “Οι άμαξες;”
Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι, και ο Ματ ένευσε. Ούτε κι εκείνος είχε δει τίποτα.
Ο αφέντης Κιντς τους έριξε ένα βλέμμα με την άκρη του ματιού, αλλά ξανάλλαξε θέση στην πίπα του και τίναξε τα γκέμια. Αυτό ήταν όλο, μα τους είχε προσέξει. Το άλογο τάχυνε λιγάκι το βήμα.
“Τα μάτια σου πονούν ακόμα;” ρώτησε ο Ραντ.
Ο Ματ άγγιξε το κασκόλ που τύλιγε το κεφάλι του. “Όχι. Όχι πολύ. Μόνο αν κοιτάξω ίσια τον ήλιο. Εσύ; Νιώθεις καλύτερα;”
“Λιγάκι”. Ο Ραντ συνειδητοποίησε πως πράγματι ένιωθε καλύτερα. Ήταν απορίας άξιο που ξεπερνούσε τόσο γρήγορα αυτή την άρρωστη αίσθηση. Και κάτι παραπάνω, ήταν ένα δώρο από το Φως. Πρέπει να είναι το Φως. Πρέπει.
Ξαφνικά μια ομάδα εφίππων προσπέρασε το κάρο, με κατεύθυνση προς τα δυτικά, όπως και οι άμαξες των εμπόρων. Μακριά λευκά κολάρα κρέμονταν πάνω από τη σιδηρόπλεχτη αρματωσιά τους και οι μανδύες και οι χιτώνες τους ήταν κόκκινα, σαν τις στολές των φυλάκων της πύλης στην Ασπρογέφυρα, όμως όλα ήταν φτιαγμένα με μεγαλύτερη προσοχή και ταίριαζαν καλύτερα. Τα κωνικά κράνη των ανδρών έλαμπαν, σαν να ήταν ασημένια. Οι άνδρες κάθονταν στα άλογα με την πλάτη ίσια. Λεπτές κόκκινες κορδέλες πετάριζαν, δεμένες από τις κεφαλές των λογχών τους και όλες τις λόγχες τις κρατούσαν με την ίδια γωνία.
Μερικοί απ’ αυτούς κοίταξαν το κάρο, καθώς περνούσαν συντεταγμένοι κατά δύο φάλαγγες. Ένα κλουβί από ατσάλι έκρυβε κάθε πρόσωπο. Ο Ραντ χάρηκε που ο μανδύας του έκρυβε το σπαθί του. Μερικοί ένευσαν στον αφέντη Κιντς, απλώς για να τον χαιρετήσουν κι όχι σαν να τον ήξεραν. Ο αφέντης Κιντς ένευσε με τον ίδιο τρόπο, παρ’ όλο, όμως, που η έκφρασή του δεν άλλαξε, υπήρχε κάτι επιδοκιμαστικό στην κίνηση του.
Τα άλογά τους προχωρούσαν με ήρεμο βηματισμό, όμως το κάρο πήγαινε προς την αντίθετη κατεύθυνση κι έτσι προσπέρασαν γρήγορα. Ο Ραντ τους μέτρησε μ’ ένα μικρό μέρος του μυαλού του. Δέκα... είκοσι... τριάντα... τριάντα δύο. Σήκωσε το κεφάλι για να δει τις φάλαγγες να προχωρούν στο Δρόμο του Κάεμλυν.
“Ποιοι ήταν;” ρώτησε ο Ματ, μαζί με απορία και καχυποψία.
“Οι Φρουροί της Βασίλισσας”, είπε ο αφέντης Κιντς δαγκώνοντας την πίπα του. Το βλέμμα του ήταν στο δρόμο μπροστά τους. “Δεν πάνε παραπέρα από την Πηγή του Μπρην, εκτός αν τους καλέσουν. Όχι σαν τα παλιά τα χρόνια”. Ρούφηξε την πίπα του, ύστερα πρόσθεσε, “Φαντάζομαι ότι τώρα υπάρχουν μέρη του Βασιλείου που κάνουν πάνω από χρόνο να δουν τους Φρουρούς. Όχι όπως τα παλιά τα χρόνια”.